Γκάρι Κίμοβιτς Κασπάροβ (Μέρος Α’)

1 σχόλιο

Από το Μπακού, στην Μπάνια Λούκα

Πρέπει να ήταν το 1989. Σίγουρα λίγο πριν απ’ το «ματς της Λυών», (στην Νέα Υόρκη παίχθηκαν βέβαια οιπρώτες δώδεκα παρτίδες αυτού του τελικού, αλλά την Λυών μνημονεύουμε συνήθως, η οποία φιλοξένησε τις 12 τελευταίες οι οποίες έκριναν και τον τίτλο το 1990).
Εγώ ήμουν τότε ένας 13χρονος πιτσιρικάς και «φανατικός» Καρποφικός.
Είχα λοιπόν την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα έδινε ένα γερό μάθημα σ’ αυτόν …τον Κασπάροβ και θα επέστρεφε στην κορυφή του σκακιστικό κόσμου.
Σκέφτομαι τώρα ότι την εποχή εκείνη περιμέναμε να μάθουμε από τις εφημερίδες τις επόμενες μέρες τι έγινε στην κάθε παρτίδα, ενώ σήμερα βλέπουμε «ζωντανά» όχι μόνο τις κινήσεις, αλλά και τους ίδιους τους παίχτες την στιγμή που παίζουν. Την αγωνία τους, τους μορφασμούς τους, τον τρόπο που αντιδρούν και συμπεριφέροντε την κρίσιμη ώρα της μάχης. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έχουμε και άμεση εκτίμηση της θέσης (ναι, αυτά τα 0.30 ή –0.75 που όσο αντιαισθητικά κι αν είναι, έχω συλλάβει τον εαυτό μου πολλές φορές να τα αναζητά όταν παρακολουθώ μια ενδιαφέρουσα παρτίδα). Τότε, καλά καλά δεν θυμάμαι αν είχα δει σε φωτογραφία μια ή δύο φορές καθέναν από τους δύο μονομάχους.
Κάποιες μέρες πριν αρχίσουν οι παρτίδες (ή μπορεί και να παίζονταν ήδη οι παρτίδες της Νέας Υόρκης, δεν είμαι σίγουρος), στο σχολείο μας είχε προγραμματιστεί μια «έκθεση βιβλίου». Αδειάσανε δύο αίθουσες, αφήσανε μόνο τα θρανία κι απλώσανε πάνω τους τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να μας εμφυσήσουν την αγάπη και το ενδιαφέρον για το εξωσχολικό βιβλίο.
Περιφερόμουν εκεί μέσα, έπιανα μερικά βιβλία στα χέρια μου, τα ξεφύλλιζα.
Ξαφνικά, πέφτει το μάτι μου σε ένα βιβλίο στην απέναντι σειρά θρανίων, όπου φαινόταν στο εξώφυλλο ένας σκακιστής να κρατάει και με τα δύο χέρια το κεφάλι του, σκυμμένος στην σκακιέρα. Έτρεξα! Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Ο σκακιστής στο εξώφυλλο, ήταν ο «εχθρός». Στον τίτλο έγραφε:
«Έντουαρντ Γκούφελντ – Γκάρι Κασπάροβ. Επιμέλεια Τ. Σιαπέρας».
Για να πω την αμαρτία μου,τον Γκούφελντ τότε …δεν τον είχα καν ακουστά!
Το όνομα του Σιαπέρα, αποτελούσε εγγύηση. Οι δύο τόμοι του αείμνηστου διεθνούς μετρ, είναι υπεύθυνοι σε μεγάλο βαθμό για την αγάπη που γεννήθηκε μέσα μου για το σκάκι. Και όχι μόνο σ’ εμένα.
Δεν πάει να ήταν ένα βιβλίο για τον «εχθρό»; Το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι ήταν ένα σκακιστικό βιβλίο. Όχι απλά δυσεύρετα τότε. Ανύπαρκτα πες καλύτερα. Δεν νομίζω να διέθετα τότε  κάτι άλλο εκτός αυτά του Σιαπέρα.
Είδα την τιμή (δεν θυμάμαιτώρα ποια ήταν). Τα λίγα χρήματα που είχα πάνω μου για να πάρω κάτι από το κυλικείο, προφανώς δεν έφταναν. Με κυρίευσε απογοήτευση. Τι κάνουμε τώρα; Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο επιτόπου. Σκέφτηκα, «ότι προλάβω».  Θυμάμαι πήγα και πήρα το τετράδιο μου και άρχισα να γράφω τις παρτίδες, ότι προλάβαινα, για να τις μελετήσω μετά στο σπίτι. Ξαφνικά ακούω άλλα παιδιά να λένε ότι θα γίνει μία κλήρωση και κάποιοι μαθητές που θα κληρωθούν, θα επιλέξουν ένα βιβλίο της αρεσκείας τους ως δώρο. Σκέφτηκα: «Έχω μια ευκαιρία…». Φευ! Δεν κληρώθηκα. Όμως, η τύχη δεν με είχε εγκαταλείψει τελείως. Κληρώθηκε ένας φίλος μου. Δεν έφερε αντίρρηση στην παράκληση μου να πάρει το βιβλίο του Κασπάροβ, παρ’ όλο που δεν ασχολούνταν με το σκάκι ο ίδιος. Αντίθετα μάλιστα, μόλις το πήρε, μου το πρόσφερε αμέσως (Να‘σαι καλά ρε Κωστή).
Το συγκεκριμένο βιβλίο, παρακολουθεί την πορεία του Κασπάροβ από την αρχή, μέχρι που έφτασε να γίνει διεκδικητής του παγκοσμίου στέμματος από τον Κάρποβ. Λίγο πριν γίνει δηλαδή παγκόσμιος πρωταθλητής.
Πέρα από την σκακιστική του αξία και τον τρόπο με τον οποίο έφτασε τελικά στην κατοχή μου, είναι ξεχωριστό για μένα και για έναν άλλο λόγο. Είναι το βιβλίο που έδιωξε από μέσα μου τον «οπαδισμό» στο σκάκι, μια για πάντα.
Παρακολουθώντας την πορεία του νεαρού Γκάρι, από μικρό παιδί, ως τις εφηβικές του επιτυχίες και ακόμα ως τη στιγμή που άρχισε να «αντρειεύεται» και να διεκδικεί τον παγκόσμιο τίτλο και ξέροντας πια, τη στιγμή που το διάβαζα εγώ, ότι τα είχε καταφέρει εν τέλει, συντάχθηκα κατά κάποιο τρόπο μαζί του. Δεν ήταν πια «ο εχθρός». Ήταν ένας ακόμα τεράστιος παίχτης που είχε προσφέρει – και θα προσέφερε ακόμα περισσότερα –πολλά στο παιχνίδι που αγαπούσα.
Στο «ματς της Λυών» δεν κρύβω πως με διακατείχαν διαφορετικά συναισθήματα απ’ ότι στους προηγούμενους τελικούς. Ναι, ήμουν με τον Κάρποβ, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο όπως πριν.  Έβλεπα δύο τιτάνες σε μια αδυσώπητη μάχη. Δύο «υπηρέτες» της τέχνης του παιχνιδιού – αναμφίβολα τους καλύτερους της εποχής τους και ίσως όχι μόνο- δύο καλλιτέχνες σε μια «εξωφρενική» προσπάθεια ανταγωνισμού και αλληλοσυμπλήρωσης, να πασχίζουν για το καλύτερο δυνατόν σκακιστικό έργο. Και τελικά να προάγουν το παιχνίδι που αγαπούσα σε μια νέα σφαίρα ομορφιάς κάνοντας το ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον. Κατάλαβα ότι αυτό που αγαπούσα εν τέλει, ήταν το ίδιο το παιχνίδι.
Αυτή νομίζω ότι ήταν και η μεγαλύτερη προσφορά – σε εμένα – αυτού του βιβλίου, που με έμπασε στον κόσμο του Γκάρι Κίμοβιτς Κασπάροβ. 
Στις 13 Απριλίου του 1963, στο Μπακού, την ανεμοδαρμένη πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, το ζεύγος δύο ραδιομηχανικών, ο Αζέρος εβραϊκής καταγωγής Κιμ Μοϊσέγιεβιτς Βαϊνστάιν και η αρμένικης καταγωγής Κλάρα Σαγκένοβνα Κασπαριάν, αποκτούν τον μοναχογιό τους, στο οποίο δίνουν το όνομα Γκάρι.
Το μικρό αγόρι μαθαίνει να διαβάζει πριν πάει στο σχολείο και επειδή οι γονείς του είναι μουσικόφιλοι (ο πατέρας του έπαιζε βιολί), δείχνει ενδιαφέρον και για την μουσική. Οι γονείς σκέπτονται να τον προσανατολίσουν σε κάποιο μουσικό όργανο. Είχαν όμως και άλλη μια συνήθεια. Το βράδι μετά το φαγητό, τους άρεσε να στήνουν μια σκακιέρα. Δεν έπαιζαν όμως σκάκι. Ήταν του καλλιτεχνικού. Ο μικρός καθόταν ήσυχος σε μια γωνιά και παρακολουθούσε.
Ένα βράδι, το ζευγάρι έχει κολλήσει σε ένα δύσκολο πρόβλημα. Κινούν τα κομμάτια δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω, έχουν ζαλίσει την σκακιέρα, αλλά το πρόβλημα δεν μπορούν να το λύσουν. Ξαφνικά ο μικρός Γκάρι Κίμοβιτς Βάινστάιν, σηκώνεται απ’ την γωνιά του και …λύνει το πρόβλημα. Μόλις κατεστράφη η (όποια) μουσική καριέρα του παιδιού. Όπως είναι φυσικό τα σχέδια των γονιών αλλάζουν.
Ο Κιμ παίρνει από το χέρι τον μικρό του γιο και πάνε στο Μέγαρο των Πιονιέρων του Μπακού, όπου τον γράφει στο σκακιστικό τμήμα. Πρώτος προπονητής του μικρού, ήταν ο  Όλεγκ Πριμπορότσκι.
Τα σκακιστικά προβλήματα υπήρξαν φαίνεται καθοριστικά, τουλάχιστον στην αρχή της πορείας του μικρού παιδιού. Στο 2ο χρόνο του στη σχολή, δημοσιεύθηκε ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα στην εφημερίδα «Κομσομόλσκαγια Πράβντα». Η εφημερίδα δεν έλαβε καμιά σωστή απάντηση και το αναδημοσίευσε με την υποσημείωση «για πολύ προχωρημένους».
Το γεγονός κίνησε την περιέργεια και στους εκκολαπτόμενους σκακιστές στο τμήμα του Γκάρι και έτσι έστησαν τη θέση και προσπάθησαν να το λύσουν.
Αμέσως ο μικρότερος του τμήματος, ο Γκάρι Βαινστάιν, σηκώθηκε και έλυσε το πρόβλημα. Το γεγονός έκανε μεγάλη εντύπωση στους προπονητές του, που άρχισαν να προσέχουν τον «Βενιαμίν» του τμήματος ιδιαιτέρως, αντιλαμβανόμενοι ότι κάτι ξεχωριστό υπάρχει σ’ αυτό το παιδάκι.
Πέρασαν μερικά χρόνια. Ο μικρός Γκάρι έφτασε 10 χρονών. Είχε δείξει δείγματα του ταλέντου του με τα παιδιά. Είχε έρθει η ώρα να παίξει και με ενήλικες. Σε ένα τουρνουά με παίχτες υψηλών κατηγοριών, ο πιτσιρίκος κάνει 9 σερί νίκες, παίζοντας μάλιστα όρθιος, καθώς εκτός από μικρός ήταν και μικροκαμωμένος. Αν ήταν καθιστός, δεν έφτανε τα κομμάτια. Έτσι, μπαίνει στην ομάδα νέων του Αζερμπαϊτζάν και παίρνει μέρος στο πρωτάθλημα νέων. Τα πάει πολύ καλά, παρότι είναι ακόμα παιδάκι. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να μην το προσέξουν, ειδικά σε μια χώρα όπως η ΕΣΣΔ, η οποία έδινε τεράστια βαρύτητα στο σκάκι.
Τον πλησιάζει κάποιος από την σχολή Μποτβίνικ και η βόμβα σκάει στα αυτιά του παιδιού:
        Θέλεις να μπεις στη σχολή Μποτβίνικ;
Ο μικρός έμεινε για ώρα με ανοιχτό το στόμα, προσπαθώντας να καταλάβει αν κάποιος του κάνει πλάκα, αν ονειρεύεται ή αν όντως συμβαίνει αυτό το πράγμα! Τι τον ρώτησε ακριβώς αυτός ο κύριος; Αν θέλει να πάει στην σχολή του Πατριάρχη;;; Και τα ρωτάνε τέτοια πράγματα;;
Φυσικά δεν ήταν τόσο εύκολο να γίνει κανείς δεκτός στην Ακαδημία του Μιχαήλ Μποτβίνικ. Ήταν απλώς μια πρόταση για να συμμετάσχει στην αυστηρότατη διαδικασία προεπιλογής. Έπρεπε να παίξει παρτίδες τις οποίες όφειλε μετά, ενώπιον ακροατηρίου να αναλύσει και σχολιάσει πλήρως. Κατόπιν θα τον εξέταζε εξονυχιστικά η επιτροπή των γκρανμετρ.
Ο Γκάρι Βάινσταιν όμως, πέρασε με άνεση όλες τις δοκιμασίες. Ήταν τρομερά συγκινημένος και ενθουσιασμένος. Ήταν πλέον μέλος της Ακαδημίας Μποτβίνικ.
Ο ίδιος αρκετά χρόνια αργότερα, δήλωσε ότι η γενέτειρα του, το Μπακού, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ενασχόληση του με το σκάκι:
««Υπήρχε κάτι το κοσμοπολίτικο στο Μπακού. Υπήρχαν άνθρωποι που έκαναν ό,τι κάνουν όλοι οι άνθρωποι που ζουν σε μια πόλη απ’ όπου περνάει κάθε καρυδιάς καρύδι. Υπήρχαν λέσχες όπου μαζεύονταν άνθρωποι και έπαιζαν μπριτζ, σκάκι, μπιλιάρδο. Το σκάκι υπήρχε στη ζωή της πόλης»

Στη σχολή Μποτβίνικ ο μικρός Γκάρι αρχίζει να εξελίσσεται ραγδαία.
Σε ηλικία 11 ετών, φέρνει ισοπαλία με τον γκρανμετρ Κούζμιν και νικάει τον γκρανμετρ Γιούρι Άβερμπαχ.
Στα 12 του χάνει τον πατέρα του. Μετά από αυτήν την απώλεια, έρχεται και η αλλαγή του επιθέτου. Θα υιοθετήσει αυτό της μητέρας του (Κασπαριάν), αφού πρώτα το«ρωσοποιήσει». Στα 12 του, έγινε αυτός που ξέρουμε όλοι σήμερα. Ο Γκάρι Κασπάροβ.
Στα 13 του τον περιμένει ένας τεράστιος θρίαμβος! Θα κατακτήσει το Πανσοβιετικό πρωτάθλημα νέων, όπου συμμετέχουν παίχτες έως 18 ετών. Είναι ο μοναδικός που πέτυχε κάτι τέτοιο σ’ αυτήν την ηλικία.
Η σχολή Μποτβίνικ, αρχίζει να τον προμηθεύει με το ίδιο προπαρασκευαστικό υλικό που προμηθεύει τους κορυφαίους της παίχτες. Ο Κασπάροβ, έπαιρνε στα 13 του χρόνια το ίδιο υλικό με τον Πετροσιάν και τον Γκέλερ!
Το 1977 κερδίζει για δεύτερη συνεχή χρονιά το πανσοβιετικό πρωτάθλημα νέων. Επίσης ανεπανάληπτο επίτευγμα.
Ο Μποτβίνικ θα πει: «Το μέλλον του σκακιού είναι στα χέρια του Κασπάροβ»!
Αμέσως μετά παίρνει την πρωτιά στο πανίσχυρο τουρνουά στο Νταουγκάβπιλς, το οποίο αποτελεί προκριματικό τουρνουά για το πρωτάθλημα ΕΣΣΔ. Συμμετείχαν ονόματα όπως Μπρονστάιν, Χόλμοβ, Σουέτιν, Μακαρίτσεβ, Γκούφελντ.
Βέβαια ο Γκάρι δεν κερδίζει πάντα. Και ενώ όλο και πιο συχνά παίρνει το σκαλπ των έμπειρων γκρανμετρ, χάνει από παίχτες μικρότερης δυναμικότητας. Το παιχνίδι του έχει ακόμα πολλές αδυναμίες. Είναι όμως πολύ εργατικός. Έχει τρομερή μνήμη. Έχει σπουδαίο ταλέντο, αυτό που λέμε σκακιστική διαίσθηση. Το μέλλον – καλά λέει ο Μποτβίνικ – του ανήκει. Το 1979 είναι μια χρονιά σταθμός για τον Κασπάροβ. Διεξάγονταν στην Μπάνια Λούκα της Γιουγκοσλαβίας ένα ισχυρότατο διεθνές τουρνουά, όπου έπαιρναν μέρος 14 γκρανμετρ και 2 μετρ. Η ΕΣΣΔ, θα έστελνε δύο παίχτες. Αποφάσισε να στείλει τον Πετροσιάν και τον Κασπάροβ. Ο Γκάρι όμως δεν είχε καν διεθνή βαθμό αξιολόγησης. Οι άλλοι μετρ στην αρχή γκρίνιαξαν για απόπειρα της ομοσπονδίας της ΕΣΣΔ να ρίξει το επίπεδο του τουρνουά, η σοβιετική ομοσπονδία απάντησε κάτι σαν «δεν ξέραμε ακριβώς περι τίνος πρόκειται…» αλλά ήταν φανερό ότι ούτε το τουρνουά υποτιμούσε ούτε είχε άγνοια. Προφανώς πίστευαν ότι είχε έρθει η ώρα ο Γκάρι να πέσει στα βαθιά.
Κι ο μικρός όχι απλά διασώθηκε, αλλά θριάμβευσε.
Πρώτος! Ο άγνωστος νεαρός σάρωσε τους γκρανμετρ. 2 ολόκληρους βαθμούς πίσω του, τερμάτισαν σε ισοβαθμία οι 2οι Σμέηκαλ και Άντερσον. Μόλις 4ος ο Πετροσιάν. Ο Γκάρι Κασπάροβ έκλεισε πονηρά το μάτι του στο σκακιστικό πλανήτη. Έναν πλανήτη που θα κατακτούσε τα επόμενα χρόνια, ολοκληρωτικά.
Κατά την άφιξη στην Μπάνια Λούκα των δύο Σοβιετικών σκακιστών, κόσμος και δημοσιογράφοι περίμεναν στο αεροδρόμιο για να υποδεχθούν τον μεγάλο Τίγκραν Πετροσιάν. Το παιδί που έσερνε μαζί του, δεν υπήρχε, ούτε για τον κόσμο, ούτε για τους δημοσιογράφους. Μετά το τέλος του τουρνουά όμως, όλοι έπεφταν πάνω στον μικρό Κασπάροβ, για μια δήλωση. Ο Πετροσιάν ανάλαβε να απαντάει και για τους δύο, κάνοντας τον κουφό στις ερωτήσεις που δεν ήθελε να απαντήσει. Γενικά έπαιξε τον ρόλο του προστάτη του μικρού σε όλο αυτό το ταξίδι.
Ενδιαφέρον έχουν εδώ τα λόγια του Κασπάροβ, όσον αφορά τους σκακιστές που είχε ως πρότυπο: «Έχω για πρότυπο μια ομάδα πρωταθλητών και θα ήθελανα κάνω κτήμα μου τα προτερήματα του καθενός απ’ αυτούς. Από τον Κάρποβ την ψυχολογική του σταθερότητα, από τον Πετροσιάν την τεχνική κατάρτιση, από τον Μποτβίνικ τη λογική, από τον Αλιέχιν την καθαρή σκέψη και από τον Ταλ την αγάπη για τον κίνδυνο». Νομίζω δεν θα ήταν υπερβολή να πω πώς στα επόμενα χρόνια κατάφερε να κάνει κτήμα του αυτά τα στοιχεία, σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον.
Στην Μπάνια Λούκα, ο Κασπάροβ όχι μόνο έκανε νόρμα διεθνούς μετρ, αλλά και την πρώτη νόρμα γκρανμετρ. Απαντάει στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων στη Μόσχα:
«Είστε ευχαριστημένος;»
«Φυσικά και είμαι ευχαριστημένος και μάλιστα περισσότερο από το παιχνίδι μου, παρά από τον τίτλο του διεθνούς μετρ. Δεν το περίμενα. Μέχρι το τέλος κατάφερα να διατηρήσω τις δυνάμεις μου και τη δημιουργικότητα μου»
«Οι γνώστες, οι πολύ ειδικοί παίχτες θεωρούν ότι συνδυάζετε μ’επιτυχία δύο στυλ: το ποζισιονέλ και το συνδυαστικό. Ποια είναι η προσωπική σας άποψη;»
«Ο τρόπος που παίζω είναι αληθινά έμφυτος. Μα το κυριότερο στυλ που ακολουθώ, παραμένει για μένα το ποζισιονέλ»
Να λοιπόν που ο 16χρονος Κασπάροβ προτιμούσε το ποζισιονέλ παιχνίδι. Και ίσως κατά κάποιο τρόπο να προσπαθούσε να το επιβάλλει στον εαυτό του. Το ταλέντο του όμως δεν έμπαινε σε καλούπια. Δεν άργησε να διαμορφώσει το δικό του, εντελώς προσωπικό στυλ, το οποίο φυσικά δεν ήταν ποζισιονέλ, αλλά καθαρά τακτικό. Ο Κασπάροβ δεν ήταν στο στοιχείο του στις «ήσυχες» στρατηγικές θέσεις. Ειδικά απέναντι στον κατεξοχήν «ποζισιονέλ» Κάρποβ, σε τέτοιες θέσεις απλά υπέφερε. Οι γεμάτες τακτικό περιεχόμενο θέσεις ήταν αυτές που αύξαναν τη δημιουργικότητα και την ενεργητικότητα του στα ύψη. Με τον καιρό μάλιστα, εξελίχθηκε σε τέτοιον «μάστορα» που σχεδόν πάντα έβρισκε τον τρόπο να «εκτρέπει» ακόμα και παρτίδες που δεν φαίνεται να είχαν άλλο δρόμο από τους στρατηγικούς ελιγμούς, στις καταιγίδες των τακτικών περιπλοκών. Ο αντίποδας του Κάρποβ από κάθε άποψη. Τι είναι αυτό που θα οξύνει μια θέση; Ποια είναι η βαριάντα που θα κάνει την παρτίδα να κρέμεται στην κόψη του ξυραφιού; Αυτήν θα επέλεγε ο Κασπάροβ. Και όταν δεν υπήρχε, θα τη δημιουργούσε.
Κιο ίδιος ο Γκάρι, λίγο αργότερα, κατάλαβε ότι το στυλ που του ταιριάζει είναι πολύ εκρηκτικό για να είναι «καθαρό ποζισιονέλ». Έτσι, δήλωνε: «Από τους πρωταθλητές που μου κάνουν εντύπωση, βάζω πρώτο τον Αλιέχιν. Νιώθω πολύ κοντά στη δική του προσέγγιση του παιχνιδιού και στις σκακιστικές του ιδέες. Είμαι σίγουρος ότι το μέλλον ανήκει στους παίχτες του στυλ Αλιέχιν».
(συνεχίζεται)

Περί των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας

10 Σχόλια

Χθες έκλεισε η πρώτη ψηφοφορία του blog. Το ίδιο το ερώτημα θα μπορούσεεύλογα να ισχυριστεί κανείς πώς δεν «στέκει». «Ποιος είναι ο ισχυρότεροςσκακιστής στην ιστορία;». Έλα ντε…
Προφανώς το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί στα σοβαρά, πόσομάλλον μέσα από μερικές επιλογές ονομάτων σε ένα poll ενός blog.
Με ποια κριτήρια θα συγκρίνει κάποιος τον Μόρφυ πχ με τονΦίσερ; Τον Στάινιτς με τον Κασπάροβ; Όλοι ξέρουμε ότι οι ισχυροί παίχτες κάθεεποχής, είχαν στο οπλοστάσιο τους την ήδη συσσωρευμένη γνώση των προηγούμενωνγενεών και είναι απολύτως φυσικό να μην μπορεί να συγκριθεί ένας μετρ τουπροπερασμένου αιώνα με έναν εκ των κορυφαίων παιχτών της σοβιετικής σχολής γιαπαράδειγμα. Επομένως το ερώτημα το ίδιο είναι προβληματικό. Ίσως θα έπρεπε ναδιατυπωθεί ως εξής: «Ποιος είναι ο αγαπημένος σας σκακιστής όλων των εποχών».Τότε όμως δεν θα έπρεπε να υπάρχει poll, καθώς αν υπήρχε τέτοιο θα έπρεπε να έχει καμιά 300αριάονόματα και βάλε. Ξέρω ήδη πολλούς των οποίων αγαπημένος σκακιστής είναι οΦρανκ Μάρσαλ, ο Χάρι Νέλσον Πίλσμπερι, ο Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τσιγκόριν ή ο ΒασίλιΙβαντσούκ και γιατί όχι άλλωστε. Επομένως ένα τέτοιο ερώτημα δεν θα είχε καιπολύ νόημα, από την στιγμή που δεν θα περιόριζε – βάση μιας έστω και αίοληςλογικής- τα ονόματα σε καμιά 20αριά το πολύ.
Ίσως μια άλλη μορφή του ερωτήματος να ήταν: «Ποιος ήταν οπιο ολοκληρωμένος σκακιστής στην ιστορία». Αυτό όμως θα απέκλειε τους πριν το1950 – τουλάχιστον – κορυφαίους παίχτες.
Ένα εύλογο ερώτημα θα ήταν: «Και γιατί να υπάρξει ντε καικαλά ένα τέτοιο poll;».
Σωστό είναι αυτό, αλλά έλα που εμένα κάτι τέτοιες κουβέντεςμ’ αρέσουν. Κι όσο κι αν δεν μπορούν να καταλήξουν σε κάποιο σοβαρό συμπέρασμαόσον αφορά το ερώτημα αυτό καθ’ αυτό, νομίζω πως μπορούν να βγουν κάποιαεπιμέρους ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Η ψηφοφορία, λοιπόν, τελείωσε με ισοβαθμία στην πρώτη θέσημεταξύ του Γκάρι Κασπάροβ και του Μίσα Ταλ, ενώ ισόβαθμοι ακολουθούν ο ΜπόμπιΦίσερ και ο Ανατόλι Κάρποβ.
Ας δούμε λίγο αυτά τα αποτελέσματα. Του Κασπάροβ θα έλεγαπως είναι το πιο αναμενόμενο.  Νομίζω ότιτο να ισχυριστεί κάποιος ότι ο Γκάρι υπήρξε ο πιο ολοκληρωμένος σκακιστής είναιμια λογική θέση. Είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος της σοβιετικής σχολής. Ηκυριαρχία του ξεκινάει στην δύση της και τελειώνει ότι πια έχουμε μπει για τακαλά στην «μετασοβιετική» ή σύγχρονη – όπως θέλετε πείτε το- εποχή τουπαιχνιδιού. Το παιχνίδι του Κασπάροβ συμπύκνωνε μέσα του σε πολύ μεγάλο βαθμόόλη την προγενέστερη εμπειρία.
Ο Ταλ όμως; Γιατί να ισοβαθμεί στην 1η θέση οόγδοος παγκόσμιος πρωταθλητής, ο οποίος μάλιστα έμεινε στο θρόνο για μονάχα έναέτος, με τον δέκατο τρίτο ομόλογο του, ο οποίος υπήρξε παγκόσμιος πρωταθλητήςγια 15 συνεχόμενα έτη;
Γιατί αυτός ο «νεορομαντικός» μας γοητεύει τόσο; Γιατί, πέρααπό την προσωπική προτίμηση που μπορεί να έχει κάποιος στο παιχνίδι του ή στηνπροσωπικότητα του, θεωρεί ότι το να τον ψηφίσει ως κορυφαίο σκακιστή είναι κάτιπου δεν έρχεται σε αντίθεση με την λογική και την αντικειμενικότητα; Γιατί πχ αυτόδεν συμβαίνει με τον Σμύσλοβ ή τον Πετροσιάν ή γιατί δεν συμβαίνει με τονΡουμπινστάιν ή τον Αλιέχιν;
Μόνο και μόνο επειδή ο Ταλ έκανε εντυπωσιακές θυσίες;
Δεν νομίζω ότι είναι αυτό. Πιστεύω ότι είναι κάτι πολύβαθύτερο. Ίσως η άποψη μου θεωρηθεί κάπως ακραία ή αυθαίρετη, αλλά πιστεύω ότιόλοι –συνειδητά ή υποσεινήδητα- ξέρουμε ότι ο Ταλ έσωσε το σκάκι – τουλάχιστον τοκομμάτι του εκείνο που θα χαρακτηρίζαμε «παιχνίδι». Με λίγα λόγια, την εποχήπου ο Μποτβίνικ (και δεν έχω καμιά διάθεση να μειώσω την δική του μεγάληπροσφορά) έκανε την μεγάλη απόπειρα να «στεγνώσει» το παιχνίδι προωθώντας καισε μεγάλο βαθμό επιβάλλοντας την επιστημονική θεώρηση ως το μόνο δρόμο καιτρόπο που έπρεπε να ακολουθήσει και να παίζεται το σκάκι, ο Ταλ του πέταξε στοπρόσωπο μια μεγάλη αλήθεια, που αυτός ο ίδιος ο μεγάλος αναζητητής της «αλήθειαςσε κάθε θέση» είχε αγνοήσει. Ότι το σκάκι είναι πρώτα απ’ όλα παιχνίδι. Ότιχωρίς την φαντασία – όπως σωστά είχε αναφέρει ο Τσβάιχ – δεν μπορεί ναλειτουργήσει. Ότι εν τέλει, αν ντε και καλά θα πρέπει να του δώσουμε έναν άλλοχαρακτηρισμό και δεν μας φτάνει να το πούμε απλά παιχνίδι, το να το ονομάσουμετέχνη θα ταίριαζε ίσως καλύτερα από την βαρύγδουπη βάπτιση του σε «επιστήμη».
Ο Ταλ υπήρξε η αναρχική πινελιά πάνω στην επιβολή της μονολιθικότηταςτου «επιστημονικού σοσιαλισμού» στο σκάκι. Υπήρξε η πνοή ζωής που ακριβώς δικαιώνονταςτην ύπαρξη της, αρνήθηκε την τυποποίηση και τη φόρμα. Έδειξε ότι αυτή ακριβώς ηορμή για αυτόνομη ύπαρξη είναι που μπορεί – έστω και προσωρινά – να ανατρέψειτον εκ των άνω επιβαλλόμενο κανόνα. Ότι εν τέλει η «ομορφιά» μπορεί – έστω καιπροσωρινά- να νικήσει την από τα πάνω επιβαλλόμενη «αλήθεια». Ο Ταλ υπήρξεουσιαστικά μια υπόσχεση, μια δυνατότητα ανατροπής. Δεν πιστεύω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Μποτβίνικ αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ύπαρξης του και του χρόνου του στην προσπάθεια εξέλιξης ενός σκακιστικού προγράμματος για υπολογιστές. Το να νικηθεί η σκέψη του Ταλ από ένα μηχάνημα που δεν κάνει λάθος, δεν ήταν μόνο μια προσωπική ρεβάνς για τον «πατριάρχη». Συνειδητά ή υποσυνείδητα (δεν έχει σημασία) νομίζω είχε αντιληφθεί τον γενικότερο «κίνδυνο» που έκλεινε μέσα του το «φαινόμενο» του Λετονού.
Στην 3η θέση ισοβαθμούν οι δύο του «τελικού πουδεν έγινε ποτέ». Νομίζω πώς και αυτό είναι ένα λογικό αποτέλεσμα. Ο Φίσερ με τοαπίστευτο σκάκι που έπαιξε ειδικά την διετία 1970-72, εκθρονίζοντας μάλιστα τουςΣοβιετικούς, όντας ο ίδιος μόνος του, χωρίς μια σχολή από πίσω του, είχε και θαέχει για πάντα τους δικούς του φανατικούς οπαδούς. Υπήρξε – με βάση αυτά που είπαμεπαραπάνω για τον Ταλ- ο Φίσερ μια ανατροπή; Ίσως και πάλι να προκαλώ, αλλά κατάτην γνώμη μου όχι! Εκθρόνισε την σοβιετική σχολή, παίζοντας το σκάκι της,λογικό σκάκι, μόνο που επειδή ήταν απέξω, είχε την δυνατότητα να παρακολουθείτα όσα γίνονταν στους κόλπους της, χωρίς την ίδια ώρα να είναι μέρος του «κλειστούκυκλώματος» της και έτσι μπόρεσε να αποφύγει της αντιφάσεις της, κερδίζονταςαπό τις κατακτήσεις της. Φορέας ανατροπής των παραδεδεγμένων όμως – σε καθαράσκακιστικό επίπεδο- δεν υπήρξε. Εκτός σκακιέρας, είναι ένα άλλο ζήτημα, πουσηκώνει πολύ κουβέντα. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι αν ο Φίσερ ήταν σοβιετικός, θαήταν ο αγαπημένος μαθητής του Μποτβίνικ (επαναλαμβάνω, όσο αφορά το σκακιστικόκαθαρά κομμάτι και όχι την γενικότερη συμπεριφορά του).
Ο Ανατόλι Κάρποβ υπήρξε ίσως ο σκακιστής με την βαθύτερη στρατηγικήκατανόηση του παιχνιδιού και δικαίως θα μνημονεύεται ως ένας από τους κορυφαίουςπαίχτες όλων των εποχών. Η ήττα του από τον Κασπάροβ έχει να κάνει με πολλάπράγματα. Από τα εντελώς αντίθετα στυλ παιχνιδιού αυτών των δύο, τηναργοπορημένη αντίδραση του Κάρποβ να προσαρμοστεί απέναντι στον συγκεκριμένο αντίπαλο, την διαφορά ηλικίας ως και το λάθος του –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κασπάροβ- να «προσθέσει το φάντασμα του Φίσερστο στρατόπεδο των αντιπάλων του» σε εκείνον τον μαραθώνιο τελικό που δεν …τελείωσεποτέ.
Άξιο αναφοράς είναι επίσης οι δύο ψήφοι του Πολ Μόρφι, καθώςκαι οι 5 για τον Καπαμπλάνκα που τον τοποθετούν στην κορυφή των υπολοίπων – αν εξαιρεθούνοι 4 πρώτοι.
Κάθε σχόλιο και κάθε αντίρρηση είναι ευπρόσδεκτα. Έτσι κιαλλιώς θα είναι χαρά μου να κάνουμε κουβέντα. Επίσης περιμένω προτάσεις γιαεπόμενες ψηφοφορίες (έχω κατά νου το «Ισχυρότερος παίχτης που δεν έγινε ποτέπαγκόσμιος πρωταθλητής», αλλά καλό θα ήταν να πέσουν κι άλλες προτάσεις στοτραπέζι). 



Πολ Μόρφυ
  2 (2%)
Άντολφ Άντερσεν
  0 (0%)
Βίλελμ Στάινιτς
  1 (1%)
Εμμάνουελ Λάσκερ
  1 (1%)
Ακίμπα Ρουμπινστάιν
  1 (1%)
Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα
  5 (6%)
Αλεξάντερ Αλιέχιν
  2 (2%)
Πολ Κέρες
  0 (0%)
Μιχαήλ Μποτβίνικ
  1 (1%)
Βασίλι Σμύσλοβ
  0 (0%)
Μιχαήλ Ταλ
  19 (22%)
Τίγκραν Πετροσιάν
  1 (1%)
Μπόρις Σπάσκι
  0 (0%)
Βίκτορ Κορτσνόι
  1 (1%)
Μπόμπι Φίσερ
  15 (18%)
Ανατόλι Κάρποβ
  15 (18%)
Γκάρι Κασπάροβ
  19 (22%)
Βλάντιμιρ Κράμνικ
  0 (0%)
Βίσι Ανάντ
  0 (0%)
Μάγκνους Κάρλσεν
  0 (0%)

Βασίλισσες

2 Σχόλια

Στην αίθουσα του σκακιστικού συλλόγου, επικρατούσε σιγή. Μόνο τα ασυντόνιστα χτυπήματα στα ρολόγια ακούγονταν, όταν κάθε παίχτης ολοκλήρωνε την κίνηση του και χτυπούσε το κουμπί στο ρολόι που πάγωνε τον δικότου χρόνο και ταυτόχρονα εκκινούσε αυτόν του αντιπάλου του. (Μέσα στα άλλα οισκακιστές είναι και λίγο …χρονοκράτορες. Σταματούν και ξεκινούν τα ρολόγια κατά βούληση. Μα αυτό αφορά μόνον τον δικό τους, τον σκακιστικό χρόνο. Δυστυχώς για τον άλλον, τον πραγματικό, που ρέει σταθερά και αμείλικτα, ούτε αυτοί δεν έχουν λύση).

Ένας από τους παλιούς, τους πιο έμπειρους, έπαιξε την κίνηση του, χτύπησε το ρολόι και βγήκε για λίγο έξω, μέχρι να σκεφτεί ο αντίπαλος του.
Μετά από λίγο, άκουσε κάποιον να σέρνει τα βήματα του προς το μέρος του. Έστρεψε το βλέμμα προς την πόρτα. Ήταν ένας από τους πιτσιρικάδες, το νέο αίμα του συλλόγου. Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν 8 χρονών. Πλησίαζε αργά, με το κεφάλι κάτω.
«Τι έπαθες ρε μικρέ;»
«Είχα …είχα καλή θέση. Αλλά ….αλλά έστησα τη βασίλισσα μου…»
«Χα χα!» – γέλασε ο παλιός καθώς χάιδευε τον μικρό στο κεφάλι – «και γι’ αυτό κάνεις έτσι; Έχεις να στήσεις πολλές ακόμα!»
«Έστηνες και συ, όταν ήσουν αρχάριος;» κάτι έλαμψε στο βλέμμα του μικρού, καθώς του γεννιόταν η ελπίδα πώς δεν ήταν ο μόνος.
«Ουουου! Έχω στήσει εγώ βασίλισσες! Τόσες που νομίζω πώς έχω εξασφαλίσει για το υπόλοιπο της ζωής μου το μένος του γυναικείου φύλου!»


32 κομμάτια. 30 αρσενικοί και μόλις 2 θηλυκά. Κι όμως ικανά να κάνουν την σκακιέρα άνω κάτω (και μετά μου λες ότι το σκάκι δεν μιμείται τη ζωή).
Μια τέτοια κυρία, τοποθετημένη σε κεντρικό τετράγωνο, ελέγχει 27 τετράγωνα! Σχεδόν την μισή σκακιέρα! Την ώρα που ένας φτωχός πύργος μπορεί να ελέγξει μόλις 14, ενώ ο κακομοίρης ο «τρελός» στο κέντρο της σκακιέρας μπορεί να ελέγξει το πολύ 13, ο δε «βαρύς μάγκας» ιππότης, από το κέντρο (που είναι και γι’ αυτόν η καλύτερη θέση) ελέγχει μόλις 8 τετράγωνα. Ο δύσμοιρος στρατιώτης, ελέγχει μόνο 2 (εκτός απ’ αυτούς  της α και θ στήλης που ελέγχουν μόλις 1), ενώ η «αυτού υψηλότης» – ναι, αυτός ο τεμπέλαρος που έχει τους άλλους να τρέχουν για πάρτη του – στην καλύτερη θέση του ελέγχει 8, αλλά αυτός έτσι κι αλλιώς την περισσότερη ώρα είναι αραγμένος στην φωλίτσα του, για να αποφύγει τα εχθρικά πυρά και συνήθως μόνο στα φινάλε ξεπορτίζει. Μην τα πολυλογούμε.  Η «κυρία» κάνει κουμάντο στο παιχνίδι (και όχι μόνο σ’ αυτό, για να λέμε την αλήθεια).
Αλλά αυτή η αρχόντισσα, δεν υπήρχε από την αρχή στο σκάκι. Εισέβαλε πολύ αργότερα.
Στην ανατολή (από την οποία πέρασε το σκάκι στην Ευρώπη), την θέση της είχε ένα κομμάτι που ονομαζόταν «Φιρζάν» και ήταν πολύ αδύναμο. (καμιά σχέση με την τρομοκράτισσα). Κατόπιν αυτό το κομμάτι μετονομάστηκε «βεζίρης» και πάλι με μειωμένες δυνατότητες.
Γύρω στο 1500, κάνει την εμφάνιση της η βασίλισσα στα 64 ασπρόμαυρα τετράγωνα. Αρχικά με μειωμένες δυνατότητες κίνησης, ώσπου σιγά σιγά φτάσαμε στην δυνατότητα κινήσεων που έχει και σήμερα. Πολλοί ερευνητές της ιστορίας του σκακιού, συνδέουν την αυξητική τάση στην δύναμη της σκακιστικής βασίλισσας, με την αντίστοιχη αύξηση εξουσιών που απέκτησαν οι βασίλισσες στις αναγεννησιακές βασιλικές αυλές. Κάτι πολύ πιθανό, αν αναλογιστούμε ότι το σκάκι τότε, παιζόταν αποκλειστικά στις βασιλικές αυλές.
Οι αλλαγές στα κομμάτια, αντικατόπτριζαν κάθε φορά το κοινωνικό στάτους, πράγμα που ενισχύει στην περίπτωση της βασίλισσας, την αρχική υπόθεση.

Όπως και να ‘χει, πριν από περίπου 500 χρόνια, απέκτησαν και οι αρσενικοί σκακιστικοί πεσσοί, την θηλυκή που …θα τους κάνει κουμάντο! (Ω, γίνομαι πολύ άδικος με την πάρτη της.  Αυτή η κακομοίρα πόσες φορές δεν έχει πέσει ηρωικά για να σώσει το ταίρι της, ή για να δώσει την νίκη στην παράταξη της. Άσε που κάθε σκακιστής θέλει να έχει στο βιογραφικό του τουλάχιστον μια θυσία βασίλισσας.  Τι τραβάει κι αυτή η κακότυχη! Να το θεωρεί περηφάνια του, όποιος την θυσιάζει!)

Οι αρχάριοι παίχτες, μόλις μάθουν σκάκι, αρχίζουν να παίζουν βγάζοντας νωρίς την βασίλισσα τους στο παιχνίδι γιατί θέλουν να κάνουν αμέσως ματ.

Μόλις αρχίσουν να γνωρίζουν το παιχνίδι συστηματικά, αρχίζουν να γνωρίζουν και τον «τρόμο της βασίλισσας».

Είναι πολύ καλή, αλλά δυστυχώς έχει κι ο αντίπαλος μία. Φοβούνται να κινήσουν την δική τους, μην την χάσουν, κι έτσι μοιάζει με άχρηστο όπλο, την ίδια ώρα που αισθάνονται ότι  η άλλη  θα καταπιεί την σκακιέρα ολόκληρη. Μετά ακούνε τον προπονητή να φωνάζει:
«Μην βγάζετε νωρίς την βασίλισσα στο άνοιγμα, χωρίς σοβαρό λόγο! Ο αντίπαλος θα εκμεταλλευτεί αυτήν την έξοδο, βγάζοντας κομμάτια που θα απειλούν την βασίλισσα. Εσείς θα την μετακινείτε και αυτός θα βγάζει και άλλο κομμάτι. Στο τέλος θα έχει αναπτύξει όλο το στρατό του, ενώ εσείς το μόνο που θα έχετε πετύχει, θα είναι να κουνάτε την βασίλισσα πέρα δώθε. Και θα έχετε χαμένη θέση πριν ακόμα το καταλάβετε». Πράγματι, η ισχύς της, είναι ταυτόχρονα και η αδυναμία της. Είναι το ισχυρότερο κομμάτι, άρα όταν απειληθεί, θα πρέπει να οπισθοχωρήσει σε ασφαλές τετράγωνο. Δεν μπορεί να μείνει εκτεθειμένη στον κίνδυνο, διότι ο αντίπαλος θα έδινε οποιοδήποτε κομμάτι του για να την αιχμαλωτίσει. Αυτός ο «τρόμος της βασίλισσας» οδηγεί συχνά τους νέους παίχτες να επιδιώκουν μια γρήγορη αλλαγή βασιλισσών από το άνοιγμα. Μόλις φύγουν απ’ το τραπέζι οι «διαβολικές γυναίκες» αισθάνονται πιο ασφαλείς. Φεύγει ένα άγχος, μπορούν να παίξουν σκάκι πιο ελεύθερα. Ωραία, ξεφορτωθήκατε τις δύο ντάμες γρήγορα, αλλά για πείτε μου τι θα κάνετε με τις υπόλοιπες 16 εκκολαπτόμενες;
Δεν είναι λοιπόν μονάχα 2! Είναι άλλες 16, καμουφλαρισμένες με την ταπεινή μορφή ενός στρατιώτη! Όπως γράφει σε ένα βιβλίο του και ο Γιάσερ Σεϊράβαν, απευθυνόμενος προς αρχαρίους: «Προσέχετε τα πιόνια σας. Είναι μωρά βασίλισσες!». Αυτή κι αν είναι τραγωδία! Να είσαι ένας αδύναμος στρατιώτης, στηπρώτη γραμμή. Να σε δέρνουν οι θύελλες και οι κατατρεγμοί σε όλη την παρτίδα. Ύπουλοι αξιωματικοί να σε λοξοκοιτάζουν. Ιππότες να απειλούν με τις λόγχες τους. Απόρθητα κάστρα να ορθώνονται εμπρός σου. Είσαι και το ξέρεις, εντελώς χαμένος. Μα δεν σου μένει άλλος δρόμος. Βάζεις το κεφάλι κάτω και με το αργό βήμα σου, στοχεύεις την τελευταία γραμμή.
«Έτσι και φτάσω ως εκεί, θα σας δείξω εγώ!». Και ναι! Κάποιοι φτάνουν! Και τότε συντελείτε η μεταμόρφωση! Το ταπεινό πιονάκι, ο κυνηγημένος και φοβισμένος στρατιώτης γίνεται …βασίλισσα! Τι τίμημα όμως κι αυτό! Έφτασε ως την τελευταία γραμμή με αίμα και τώρα για να απολαύσει τους καρπούς της ισχύως και της εξουσίας θα πρέπει να …αλλάξει φύλο!
Με τον καιρό βέβαια, ο φόβος φεύγει και οι νέοι παίχτες την αντιμετωπίζουν σαν ένα κομμάτι όπως όλα τα άλλα.
Παρ’ όλα αυτά,  υπάρχουν αρκετές φαλλοκρατικές βαριάντες ανοιγμάτων, στις οποίες προβλέπεται η αλλαγή βασιλισσών σε πρώιμο στάδιο, ήδη από το άνοιγμα.  Βγάζουμε τις γυναίκες από τη μέση και παίζουμε…αντρικό σκάκι! (Και τι θα κάνατε μωρέ σε έναν κόσμο χωρίς γυναίκες; Μια σκακιέρα χωρίς ντάμες, είναι μια φτωχή σκακιέρα).
Στα προηγούμενα χρόνια, η βασίλισσα (η αλήθεια είναι όχι μόνο αυτή) έπεσε θύμα και μιας άλλης συνήθειας. Όταν περιόδευαν οι μεγάλοι σκακιστές και επισκέπτονταν τις τοπικές λέσχες σκακιστών, έπαιζαν τις λεγόμενες «παρτίδες μεχάντικαπ». Ξεκινούσαν με μειωμένο υλικό, για να διατηρεί κάποιες ελπίδες και ο ερασιτέχνης να το παλέψει κάπως. Τίποτα παραπάνω. Αρκετά συχνά, έβγαζαν την βασίλισσα τους απ’ τη σκακιέρα, πριν ξεκινήσει το παιχνίδι. Μάλιστα, ο Καπαμπλάνκα, παρεξηγήθηκε μια φορά, εξ αιτίας αυτής της συνήθειας. Ο μεγάλοςΚάπα περιόδευε στην Ευρώπη. Σε κάποιο σταθμό της περιοδείας του, στην Πολωνία –αν δεν κάνω λάθος – σε μια τοπική λέσχη, ένας ερασιτέχνης ζήτησε μια παρτίδα με τον παγκόσμιο πρωταθλητή. Ο Κάπα φυσικά δέχθηκε, αλλά μόλις κάθισαν μπροστά στο τραπέζι, όπου είχε στηθεί η σκακιέρα, αρπάζει την βασίλισσα του, βγάζοντας την έξω από την σκακιέρα, τηρώντας απλώς την παράδοση των ισχυρών παιχτών να παίζουν με υλικό μειονέκτημα απέναντι σε πιο αδύνατους. Έλα όμως που ο άλλος δεν «μάσαγε» ούτε μπροστά στον παγκόσμιο πρωταθλητή: «Τι κάνεις εκεί; Πώς μεπροσβάλεις έτσι; Γύρνα πίσω την βασίλισσα. Μπορώ να σε νικήσω και με αυτήν». Ο Κάπα δεν έχασε την ψυχραιμία του: «Κύριε μου, αν μπορούσατε να με νικήσετε, θα σας ήξερα» του είπε τοποθετώντας πίσω την βασίλισσα και συντρίβοντας τον.

Κατά την ρομαντική ειδικά εποχή του παιχνιδιού (αλλά και αργότερα), όπου οι θυσίες ήταν κάτι σαν επιβεβλημένο (οι σκακιστές θεωρούσαν υποχρέωση τους να θυσιάσουν, για να καταδείξουν την επιβολή του πνεύματος πάνω στην ύλη. Μια νίκημε υλικό πολύ λιγότερο, σήμαινε απλά τον θρίαμβο του πνεύματος) οι θυσίες βασίλισσας ήταν συχνότερο φαινόμενο. Βέβαια, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, αυτές οι θυσίες βασίλισσας ήταν και τότε και τώρα, ουσιαστικά«ψευδοθυσίες». Ο παίχτης που θυσιάζει βασίλισσα, έχει άμεσο ματ σε κάποιες κινήσεις (ή νομίζει ότι έχει. Συμβαίνει κι αυτό, πιστέψτε με, το ξέρω από πρώτο χέρι), ή εντελώς κερδισμένη θέση μετά την θυσία. Πραγματικές θυσίες, με ρίσκο, είναι οι λεγόμενες στρατηγικές θυσίες «διαφοράς». Όταν δηλαδή προσφέρεται πύργος για αξιωματικό ή ίππο ή προσφέρεται ένα ελαφρό κομμάτι (ίππος ή αξιωματικός) για ένα ή δύο πιόνια ή οι θυσίες ενός πιονιού. Αυτές οι θυσίες, δεν παρέχουν άμεσο αντάλλαγμα. Γίνονται για να αποκτηθεί κάποιο στρατηγικό πλεονέκτημα (καλύτερος έλεγχος κάποιου συγκεκριμένου σημείου ή των τετραγώνων ενός χρώματος, κέρδος χρόνου, πρωτοβουλία, δημιουργία αδυναμιών στην αντίπαλη άμυνα κτλ) το οποίο θα προσπαθήσει μετά ο παίχτης να  αξιοποιήσει σιγά σιγά στην πορεία. Γι’ αυτό είναι και πολύ πιο δύσκολες θυσίες, καθώς πρέπει να υπολογιστούν πάρα πολλές βαριάντες με ακρίβεια και να ακολουθήσει «χειρουργικό» παιχνίδι. Ενώ μια θυσία, που δίνει φορσέ ματ σε μερικές κινήσεις και ποιος δεν θα την έκανε (αρκεί να την έβλεπε βέβαια πρώτα. Εγώ συνήθως τις βλέπω μόνο μετά, στην «νεκροψία». Αλλά κανείς δεν κέρδισε παρτίδα στην ανάλυση). Όπως και να ‘χει, είναι εντυπωσιακό να βλέπεις έναν παίχτη να δίνει την βασίλισσα του.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εδώ, είναι η φημισμένη «Αθάνατη παρτίδα» του Άντερσεν, παιγμένη στο περιθώριο του τουρνουά του Λονδίνου στα 1851, απέναντι στον Κιζερίτσκι. Μια μυθική παρτίδα, που γοητεύει για πάντα τους σκακιστές. Ο Άντερσεν θυσιάζει σχεδόν τα πάντα (και τους 2 πύργους του) πριν θυσιάσει και την βασίλισσα, φτάνοντας σε εντυπωσιακό ματ. Στην τελική θέση υπάρχουν μόνο 3 λευκά κομμάτια, δύο ίπποι και ένας αξιωματικός, που δίνουν το ματ. Από την άλλη, υπάρχουν ΟΛΑ τα μαύρα κομμάτια: βασίλισσα, 2 πύργοι, 2 ίπποι, 2 αξιωματικοί! Μόνο πιόνια έχει χάσει ο Κιζερίτσκι. Και όμως γίνεται ματ! Εντυπωσιακή εικόνα στην τελική θέση, με όλο τον μαύρο στρατό ακινητοποιημένο στις γωνιές της σκακιέρας, να παρακολουθεί 3 λευκά κομμάτια να κάνουν ματ. Η βασίλισσα θυσιάζεται στην προτελευταία κίνηση.



Άλλη μια εκπληκτική θυσία βασίλισσας, συνέβη στην παρτίδα Λεβίτσκι – Μάρσαλ, το 1912, όπου ο τρομερός Φρανκ Μάρσαλ παίζει ίσως την εντυπωσιακότερη κίνηση στην ιστορία του σκακιού: 23…Qg3!

Η  μαύρη ντάμα, προσφέρεται ως αμνός καθώς μάλιστα «στουκάρει» σε κενό τετράγωνο, ενώ ο λευκός έχει τρεις δυνατότητες κοψίματος, αλλά φευ… και οι τρεις χάνουν. Ακόμα όμως κι αν ο Λεβίτσκι δεν αποδεχθεί των Δαναών τα δώρα, πάλι χάνει! Οπότε εποίησε σοφά εγκαταλείποντας.
«Μαύρη μαγεία» από τον Μάρσαλ.



Εκτός των θυσιών, η μοίρα των βασιλισσών τους επιβάλλει να δεχθούν συχνά και μια αντίζηλο να συνυπάρχει μαζί τους στην σκακιέρα. Η διγαμία (ή και παραπάνω) επιτρέπεται στο σκάκι για τους μονάρχες.
Δύο τέτοιες παρτίδες, όπου εμφανίστηκαν στην σκακιέρα 4 βασίλισσες, 2 λευκές και 2 μαύρες, μετατρέποντας τους βασιλιάδες σε σουλτάνους στο χαρέμι, είναι η παρτίδα μεταξύ του Μπόμπι Φίσερ και του Τίγκραν Πετροσιάν το 1959 στο Ζάγκρεπ και  η παρτίδα του Αλεξάντερ Μπελιάβσκι και του Μάρκ Ταϊμάνοβ, παιγμένη στην Μόσχα το 1979.



Υπάρχουν και παρτίδες με 5 βασίλισσες πάνω στην σκακιέρα! Κι αν αυτή του Αλιέχιν θεωρείται κατασκευασμένη, η παρακάτω είναι απολύτως αληθινή και πρόσφατη σχετικά,  παιγμένη το 1994 μεταξύ των Mackic και Maksimenko, για να δείτε ότι συμβαίνουν και στις μέρες μας …τέτοια πράγματα. 


Το 1882,  ο Mason έπαιζεμε τα μαύρα εναντίον του McKenzie. Από την 72η κίνηση ως την 144η, αποφάσισε να δείξει την λατρεία του προς την βασίλισσα του, αγνοώντας τα υπόλοιπα κομμάτια του και παίζοντας μόνο με αυτήν. Αυτό είναι και το ρεκόρ για συνεχόμενες κινήσεις του ίδιου κομματιού σε παρτίδα.

Το 1969 ο Κeres, μαύρος εναντίον του Westerinen και με κομμάτι κάτω, αποφάσισε να δείξει στον Φιλανδό τι εστί διαρκές σαχ. Από την 38η μέχρι την 75η κίνηση ο Πολ έδεινε ανελέητα σαχ με ότι του είχε απομείνει, δηλαδή με τη βασίλισσα του. Έκανε ένα μικρό διάλλειμα στην 76η και κατόπιν εξακολούθησε το βιολί του μέχρι την 80η, όταν ο Westerinen, προφανώς απηυδισμένος, συμφώνησε την ισοπαλία. 


Κάποτε, ένας σκακιστής, κινδύνευε να χάσει την βασίλισσα του. Τελικά έχασε την παρτίδα, αλλά όχι και το χιούμορ του, καθώς δήλωσε αμέσως μετά: «Ευτυχώς πρόλαβα και έγινα ματ, αλλιώς θα έχανα τη βασίλισσα μου!»

Οι αρχόντισσες των 64 τετραγώνων θα είναι πάντα εκεί, διασχίζοντας σαν αστραπή τις κάθετες και τις διαγώνιους, απειλώντας τους πάντες και τα πάντα, κάνοντας ματ ή πέφτοντας ηρωικά, για να μας θυμίζουν ίσως πώς μια γυναίκα κρύβει μέσα της την σωτηρία αλλά και την καταστροφή ταυτόχρονα. Όμως όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, σημασία έχει να ευχαριστηθούμε το παιχνίδι.
Κι όπως έγραψε ο Μανώλης Αναγνωστάκης:
«Έλα να παίξουμε! Θα σου χαρίσω την βασίλισσα μου…»





Από τον Λουτσένα στη Σοβιετική σχολή (μέρος Δ’)

Σχολιάστε

ΥΠΕΡΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΧΟΛΗ
 
Άρον Νίμτσοβιτς
Οι ιδέες της στρατηγικής σχολής του Στάινιτς, με οδηγό σε θεωρητικό επίπεδο τον Ζίγκπερτ Τάρρας πλέον, επικράτησαν για τουλάχιστον μια εικοσαετία.
Όμως κυρίως κατά την δεκαετία του 1920, μια νέα θεωρητική προσέγγιση του παιχνιδιού έκανε την εμφάνιση της και άρχισε να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Κύριοι εκφραστές της υπήρξαν οι μετρ και θεωρητικοί του παιχνιδιού Ριχάρδος Ρέτι, Άρον Νίμτσοβιτς, Σαβιέλι Ταρτακόβερ και Γκίλα Μπρέγιερ.
Η νέα σχολή ονομάστηκε «Υπερμοντέρνα σχολή». Ο όρος μάλλον χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Ταρτακόβερ, όχι ακριβώς για να περιγράψει την νέα σχολή, αλλά το παιχνίδι των καινούριων μετρ. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ρέτι, στο κλασσικό βιβλίο του «Μοντέρνες ιδέες στο σκάκι»(εκδόσεις Κέδρος), σε ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Υπερμοντέρνα τεχνοτροπία»:
«Με αυτή την ονομασία περιέγραψε ο διαπρεπής μετρ και συγγραφέας δρ Ταρτακόβερ τον τρόπο παιχνιδιού των νεότερων μετρ Αλιέχιν,Μπογκολιούμποβ και Μπρέγιερ. Αυτή η ονομασία δε σημαίνει άμετρο έπαινο κι ακόμα λιγότερο μομφή, διότι τελευταία και ο ίδιος ο Ταρτακόβερ προσέγγισε αυτόν τον τρόπο παιχνιδιού».
Ριχάρδος Ρέτι
Το παιχνίδι λοιπόν κάποιων νέων μετρ, σε συνδυασμό με την έρευνα και την θεωρητική δουλειά κάποιων άλλων, οδήγησε σε ένα νέο τρόπο προσέγγισης του παιχνιδιού, πολύ διαφορετικό από τον μέχρι τότε κυρίαρχο, αυτόν της κλασικής (ή στρατηγικής σχολής).
Οι υπερμοντέρνοι δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Θα έλεγε κανείς ότι το ίδιο το παιχνίδι είχε την ανάγκη της εμφάνισης τους και προέκυψαν ως φυσιολογική εξέλιξη στην ιστορία της διαμόρφωσης του, παρ’ όλο που εκείνη τη στιγμή η κλασική σχολή έδειχνε κραταιά και δύσκολα θα φαντάζονταν κάποιος ότι θα μπορούσαν να ανατραπούν οι αρχές παιχνιδιού που είχε αναπτύξει.
Τα σημάδια όμως του τέλματος, είχαν κάνει ήδη την εμφάνιση τους από το 1921, όταν στο ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα μεταξύ του Λάσκερ και του Καπαμπλάνκα στην Αβάνα, δύο δηλαδή εκ των πιο επιφανών εκπροσώπων της κλασικής σχολής, όπου παρά την μέτρια απόδοση του Λάσκερ (ο οποίος ήταν επηρεασμένος μάλλον και από κλιματολογικούς παράγοντες) σημειώθηκαν 10 ισοπαλίες σε 14 παρτίδες. Το γεγονός θορύβησε τόσο τον νέο, όσο και τον απερχόμενο παγκόσμιο πρωταθλητή σε τέτοιο βαθμό ώστε δήλωσαν, ο μεν Λάσκερ ότι «Το σκάκι ως παιχνίδι πλησιάζει την τελειοποίηση του. Τα στοιχεία του παιγνίου και της αβεβαιότητας εξαφανίζονται. Στην εποχή μας, πάρα πολλά πράγματα μας είναι ήδη γνωστά, δεν υπάρχει επομένως ανάγκη να μαντέψουμε, όπως κάναμε οι παλαιότεροι στα νιάτα μας. Όσο κι αν είναι τούτο λυπηρό, η γνώση συνεπάγεται τον θάνατο…Τώρα όλοι οι παίχτες γνωρίζουν τις καλύτερες κινήσεις στο γκαμπί της Βασίλισσας ή στην Ισπανική, όπου και νιώθουν πια σαν στο σπίτι τους. Η γοητεία του αγνώστου έχει χαθεί», ο δε Καπαμπλάνκα «Σε 10-15 χρόνια οποιοσδήποτε καλός παίχτης θα μπορεί να πετύχει ισοπαλία σε οποιαδήποτε παρτίδα».
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κασπάροβ: «Οι δυο τους ήταν οι εστεμμένοι του σκακιού, τότε που στο 1.ε4 απαντούσαν 1…ε5, ενώ έπειτα από 1.δ4 έπαιζαν αποκλειστικά 1…δ5, περιορίζοντας της επιλογές τους στο αποδεκτό ή μη αποδεκτό γκαμπί της βασίλισσας. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, οι δύο πρωταθλητές διέκριναν ότι η περιοχή του παιχνιδιού ήταν πολύ ευρύτερη και το σκάκι ήταν ακόμα μακριά από το να έχει εξαντλήσει όλες της δυνατότητες του».
Όσο κι αν δεν επαληθεύτηκαν, οι ανησυχίες του Λάσκερ και του Καπαμπλάνκα δεν ήταν τελείως αβάσιμες, αν ειδωθούν μέσα στο στενό πλαίσιο της εποχής που διατυπώθηκαν. Πράγματι , εκείνη την περίοδο, η κλασική σχολή είχε δώσει ότι είχε να δώσει και είχε μετατραπεί από επαναστατική δύναμη, από φορέας σαρωτικών αλλαγών, σε καθεστώς. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα να έρθει ξανά το καινούριο. Να σχηματισθεί μια νέα σύνθεση.
Απ’ αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο το σκάκι ανέμενε τους υπερμοντέρνους, οι οποίοι δεν εμφανίζονται απλώς σε μια εποχή που το παιχνίδι έχει ανάγκη τις νέες ιδέες, αλλά σε μια εποχή που γενικότερα οι ανθρώπινες δραστηριότητες, κυρίως αυτές που ανήκουν στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού περνούν μια μεγάλη φάση αλλαγών και ανανέωσης. Η ανθρωπότητα μόλις έβγαινε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και υπήρχε μια αίσθηση ότι τα πράγματα θα κινηθούν προς το καλύτερο, ένας αέρας αισιοδοξίας και επαναστατικότητας (ήδη οι μπολσεβίκοι έχουν ανατρέψει τον τσάρο), τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστούν τα καινούρια μαύρα σύννεφα, αρχικά με το κραχ του 1929 και ακολούθως με την επικράτηση του ναζισμού στην Γερμανία.
Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1920, τα πράγματα στις τέχνες είναι «επαναστατικά». Στην λογοτεχνία, μην ξεχνάμε ότι ο Αντρέ Μπρετόν εκδίδει το «μανιφέστο του σουρεαλισμού» στα 1924.
Την ίδια δεκαετία, στο χώρο της μουσικής, η τζαζ κάνει την δική της επανάσταση. Ο πρώτος τζαζ δίσκος ηχογραφείται το 1917, ενώ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’20, η συγκεκριμένη μουσική εξαπλώνεται και αποκτάει μεγάλη αναγνωσιμότητα. Αυτά ακριβώς τα χρόνια, ξεκινάει και η πορεία του Λούις Άρμστρονγκ ως μέλος της μπάντας του Κίνγκ Όλιβερ.
Στην αρχιτεκτονική επίσης, είναι τα ίδια εκείνα χρόνια που εμφανίζονται οι πρώτοι πειραματισμοί με ασύμμετρες κατασκευές.
Και είναι η ασυμμετρία ακριβώς, που θα προωθηθεί από την υπερμοντέρνα σκακιστική σχολή, όχι σαν αυτοσκοπός φυσικά, (οι υπερμοντέρνοι δεν αρνήθηκαν με κάθε κόστος την συμμετρία) αλλά ως νέος τρόπος προσέγγισης του παιχνιδιού. Μα,μήπως και ο υπερρεαλισμός που αναφέραμε πρωτύτερα, δεν έσπασε την συμμετρία του ομοιοκατάληκτου στίχου;
Μήπως και η ίδια η τζαζ, δεν είναι μια θραύση συμμετρίας για την μουσική ή τουλάχιστον γι’ αυτό που ήταν μέχρι τότε αυτό που ονομάζουμε τραγούδι;
Το κατά πόσο όλα αυτά βέβαια σχετίζονται μεταξύ τους,είναι μια δύσκολη να αποδειχθεί υπόθεση. Νομίζω όμως ότι δεν παύει να δείχνει μια γενικότερη τάση της εποχής.
Ο Άρον Νίμτσοβιτς ήταν αυτός κυρίως που με το θεωρητικό του έργο έβαλε τις βάσεις της νέας προσέγγισης του παιχνιδιού από τους υπερμοντέρνους. Με το βασικό του έργο, το “My system” (το οποίο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα σκακιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ,σημείο αναφοράς για την συντριπτική πλειοψηφία των ισχυρών σκακιστών μετά απ’αυτό) καθώς και άλλα θεωρητικά κείμενα, ο Νίμτσοβιτς εισήγαγε ή επαναδιαπραγματεύθηκε έννοιες όπως το ελαστικό κέντρο, η αδυναμία των τετραγώνων ενός χρώματος, ο περιορισμός της κινητικότητας, η προφυλακή και το μπλοκάρισμα. Σημαντικό νέο στοιχείο που εισήγαγαν οι υπερμοντέρνοι ήταν ο έλεγχος του κέντρου όχι άμεσα με πιόνια, αλλά από μακριά με κομμάτια, κάτι που αποτυπώθηκε και στα ανοίγματα που χρησιμοποίησαν, άλλα εξελίσσοντας τα και άλλα δημιουργώντας τα, όπως η Νιμζοινδική άμυνα ή η Καταλανική παρτίδα. Το κέντρο και ο τρόπος ελέγχου του ήταν το σημείο που στόχευσαν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η ευελιξία των κομματιών και ο έλεγχος του κέντρου από μακριά δια της δράσης κομματιών, καθώς και το μπλοκάρισμα, ήταν οι βασικές νέες αρχές που έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχές της κλασικής σχολής. Μεταξύ του Νίμτσοβιτς και του Τάρρας άναψε μια θεωρητική διαμάχη, με τον Γερμανό δόκτορα να αναφέρεται στον Λετονό ως «αυτός που του αρέσουν οι άσχημες κινήσεις στο άνοιγμα» και τον Νίμτσοβιτς να γράφει άρθρα με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως «Άραγε το σύγχρονο σκάκι του δόκτορα Τάρρας ανταποκρίνεται στη σύγχρονη κατανόηση του παιχνιδιού;»
Το 1923 ο Νίμτσοβιτς συναντήθηκε με τον Ζέμις σε μια παρτίδα που έχει μείνει στην σκακιστική ιστορία ως η «αθάνατη παρτίδα του τσούγκσβανγκ». Παίχθηκε μια Ινδική της βασίλισσας, ένα άνοιγμα που ταίριαζε με τις ιδέες των υπερμοντέρνων. Σχολιάζοντας αργότερα την παρτίδα ο Νίμτσοβιτς, έγραψε τα παρακάτω (τα οποία συμπυκνώνουν ένα μέρος της θεώρησης των υπερμοντέρνων): «Η παρτίδα που ονομάστηκε στην Δανία η «αθάνατη παρτίδα του τσουγκσβανγκ» είναι τόσο χαρακτηριστική για την εποχή μας, όσο και η «αθάνατη παρτίδα της θυσίας»στην εποχή του Άντερσεν. Τώρα κάνουμε θυσίες χάριν της προφύλαξης, είτε για να μπλοκάρουμε είτε για να περιορίσουμε τη δυναμική ενέργεια του αντίπαλου στρατού, αλλά όχι χάριν μιας άγριας επιθετικής ενέργειας. Η τραχύτητα είναι πια ξεπερασμένη».
 
«Η αθάνατη παρτίδα του τσουγκσβανγκ»
 
Ζίγκμπερτ Τάρρας
Η θεωρητική διαμάχη των υπερμοντέρνων με τον Τάρρας δεν έπαψε να υπάρχει. Ο δόκτορας έμεινε για πάντα πιστός στις κλασικές ιδέες,πολεμώντας τους πειραματισμούς και τους μοντερνισμούς της νέας σχολής, παρ’ότι, κατ ‘ουσία, οι νέες ιδέες δεν ανέτρεπαν το ως τότε οικοδόμημα, αλλά το ανέπτυσσαν περαιτέρω, εξελίσσοντας ουσιαστικά τις θεωρίες του Στάινιτς και εμβολιάζοντας τες με το απαραίτητο νέο αίμα, ώστε να δοθεί μια νέα ώθηση στο ίδιο το παιχνίδι.
Πολύ καλύτερα από τον Τάρρας, αντιλήφθηκε την κατάσταση ο Εμμάνουελ Λάσκερ: «Η νέα σχολή θα ενώσει και θα συνθέσει αυτό που πρέσβευε ο καθένας από τους δύο μεγάλους ανταγωνιστές, ο Στάινιτς και ο Τσιγκόριν».
Στο προσκήνιο έρχονται νέα ανοίγματα (παρ’ ότι, απ’ τα «παλιά»το γκαμπί της βασίλισσας ελάχιστα χάνει σε δημοτικότητα). Οι ινδικές άμυνες (της βασίλισσας, του Νίμτσοβιτς, η Γκρίνφελντ), τα πλευρικά ανοίγματα, το άνοιγμα Ρέτι, η άμυνα Νίμτσοβιτς, η Καταλανική, αλλά και η Σικελική δειλά δειλά,αρχίζουν να παίρνουν την πρωτοκαθεδρία.  Το φιανκέτο υποστηρίζεται ένθερμα από τους υπερμοντέρνους. Η ασυμμετρία από νωρίς στο άνοιγμα κερδίζει έδαφος. Ο πειραματισμός όχι απλώς είναι αποδεκτός, αλλά καμιά φορά φτάνει και στα άκρα. «Αν ένα άνοιγμα θεωρείται υποδεέστερο, παίξε το άφοβα!», έλεγε ο Ταρτακόβερ σε έναν από τους διάσημους «ταρτακοβερισμούς»του. Ο ίδιος δε, αρέσκονταν να παίζει 1.β4, το άνοιγμα του ουραγκοτάγκου όπως το είχε ονομάσει, εμπνευσμένος από ένα τέτοιο ζώο στο ζωολογικό κήπο της Νέας Υόρκης,όταν σε μια κενή μέρα του τουρνουά του 1924, τον επισκέφθηκε και πλησίασε έναν ουραγκουτάγκο,ρωτώντας τον «τι να παίξω αύριο;». Το ζώο έκανε έναν μορφασμό κι ο Ταρτακόβερ ισχυρίζονταν πως του υπέδειξε σαφώς να παίξει «1.β4». «Κάθε τουρνουά ζωντανεύει όταν συμμετέχει ο Ταρτακόβερ», έλεγε ο Χανς Κμοχ. «Το συναρπαστικό σε αυτό τον άνθρωπο είναι ο χαρακτήρας του».
Παρά το βραχύβιο του πράγματος, η κληρονομιά των «υπερμοντέρνων» είναι σπουδαία. Έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στο παιχνίδι σε μια εποχή που είχε αρχίσει να τελματώνει, εισήγαγαν νέες έννοιες, επανεξέτασαν παλιές, παρουσίασαν νέες οπτικές θέασης του παιχνιδιού, έφεραν έναν νέο «ζωντανό» αέρα στα σκακιστικά πράγματα, πλούτισαν την θεωρία των ανοιγμάτων, αλλά και του μέσου,επεξεργάστηκαν ζητήματα στρατηγικής που δεν είχαν ως τότε γίνει αντιληπτά, ή είχαν αναπτυχθεί πλημμελώς, κατέδειξαν με τον πιο μεστό τρόπο την σχετικότητα των κανόνων και άνοιξαν τον δρόμο, έχοντας ήδη ετοιμάσει ένα νέο θεωρητικό χαλί,στην σοβιετική σχολή, η οποία ενσωματώνοντας όλες τις προϋπάρχουσες παραδόσεις,δεν είχε παρά να κάνει ένα ποιοτικό άλμα, στοχεύοντας κυρίως στις εξαιρέσεις.
 
ΜΕΡΙΚΟΙ «ΤΑΡΤΑΚΟΒΕΡΙΣΜΟΙ»
 
Σαβιέλι Ταρτακόβερ
«Τα λάθη είναι πάνω στη σκακιέρα και σε περιμένουν να τα κάνεις»
 
«Γνωρίζω πολλούς που κέρδισαν χαμένες θέσεις. Δεν γνωρίζω όμως κανέναν να κέρδισε την παρτίδα στην οποία εγκατέλειψε».
 
«Μια παρτίδα σκάκι χωρίζεται σε τρία μέρη: Στο πρώτο, όταν ελπίζεις ότι έχεις το πλεονέκτημα. Στο δεύτερο, όταν πιστεύεις ότι έχεις το πλεονέκτημα και στο τρίτο, όταν πια ξέρεις ότι θα χάσεις!».
 
Αν το σκάκι είναι τέχνη, ο Αλιέχιν. Αν το σκάκι είναι επιστήμη, ο Καπαμπλάνκα. Αν το σκάκι είναι αγώνας, ο Λάσκερ». (σε ερώτηση για το ποιόν θεωρεί τον μεγαλύτερο παγκόσμιο πρωταθλητή)
 
«Νικητής της παρτίδας είναι αυτός που κάνει το προτελευταίο λάθος»
 
«Τακτική είναι να ξέρεις τι να κάνεις εκεί που υπάρχει κάτι να κάνεις. Στρατηγική είναι να ξέρεις τι να κάνεις εκεί που δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις»
 
«Chess is a fairy tale of 1001 blunders.»
 
 
 
 
 
 
(συνεχίζεται)

Όταν ο Ταλ προσπάθησε να σώσει έναν…ιπποπόταμο!

1 σχόλιο

Μιχαήλ Ταλ

Το σκάκι είναι δύσκολο παιχνίδι. Το ξέρουμε άλλωστε καλά, όλοι εμείς οι μαζέτες αυτού του κόσμου. Πολλές φορές όμως είναι δύσκολο ακόμα και για τους πλέον χαρισματικούς. Ο Μίσα Ταλ ήταν σίγουρα ένας απ’ αυτούς. Όλοι ξέρουμε για το οξύ επιθετικό στυλ παιχνιδιού του, για τον μοναδικό του τρόπο να κάνει «άνω κάτω» την σκακιέρα, να δημιουργεί «θύελλες» με τις θυσίες του, στα νερά των οποίων συνήθως πνίγονταν οι αντίπαλοι του, μα συχνά πυκνά ήταν δύσκολο ακόμα και για τον ίδιο να επιπλεύσει. Ο Μίσα Ταλ, ήταν ένα «τέρας» στο μέτρημα.
Ο 13ος παγκόσμιος πρωταθλητής, ο Γκάρι Κασπάροβ, σε μια συνέντευξη του στο ραδιοφωνικό σταθμό «Έκο Μόσκβι», στις 30 Νοεμβρίου 2007, είπε για τον Ταλ (μεταξύ άλλων): «Είναι ο μόνος παίχτης που γνώρισα ο οποίος δεν μέτραγε τις βαριάντες, τις έβλεπε. Ο Ταλ είχε καθαρή την εικόνα στην 8η κίνηση, αυτόματα. Ένας συνηθισμέμος άνθρωπος πρέπει να στρωθεί να υπολογίζει, σε μερικούς μεγαλοφυείς αυτή η διαδικασία είναι αυτόματη και φυσική. Συμβαίνει με μεγάλους μουσικούς και επιστήμονες. Ο Ταλ ήταν μοναδικός και το παιχνίδι του ανεπανάληπτο.»
Είπαμε όμως, το σκάκι είναι δύσκολο παιχνίδι, ακόμα και για τους μεγαλοφυείς. Ευτυχώς το σκάκι δεν είναι μόνο μέτρημα και κανείς, ακόμα κι αν είναι ο Ταλ, δεν μπορεί να τα «μετράει» πάντα όλα.
Ο Γκάρι Κασπάροβ και πάλι, στο βιβλίο του «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι» (εκδόσεις Πατάκη) γράφει χαρακτηριστικά:
«Πώς γινόταν οι ίπποι του Ταλ να μοιάζουν πιο ευέλικτοι, οι αξιωματικοί του πιο γρήγοροι, από εκείνους άλλων γκρανμέτρ; Ήταν φοβερός και τρομερός στο μέτρημα, αλλά αυτό ήταν μονάχα ένα μικρό μέρος από τα χαρίσματα του. Είχε την ικανότητα να συνειδητοποιεί πότε ο υπολογισμός από μόνος του δεν επρόκειτο να λύσει το πρόβλημα»
Ο ίδιος ο «μάγος της Ρίγα» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθεί επί του θέματος, η οποία ακόμα κι αν είναι επινοημένη ή όχι, δείχνει με ξεκάθαρο τρόπο την άποψη του ίδιου το Ταλ πάνω στο θέμα.

Εβγκένι Βασιούκοβ

Έπαιζε εναντίον του γκρανμέτρ Βασιούκοβ το 1964 και σε μια πολύ περίπλοκη θέση, άρχισε να υπολογίζει μια θυσία ίππου. Περιγράφει ο ίδιος ο Ταλ:
«Οι ιδέες μου κατέβαιναν η μια μετά την άλλη. Το αποτέλεσμα ήταν να κατακλυστεί το μυαλό μου από έναν απολύτως χαοτικό σωρό από κάθε λογής κινήσεις και το περίφημο «δέντρο των βαριαντών», από το οποίο οι προπονητές σου ζητούν να κλαδεύεις τα μικρά κλωνάρια, στην περίπτωση αυτή μεγάλωσε με απίστευτη ταχύτητα.
Και τότε, ξαφνικά, για κάποιο λόγο, θυμήθηκα το κλασικό κουπλέ του Τσουκόφσκι (Σοβιετικός ποιητής παιδικών ποιημάτων):
«Ω, τι δύσκολη δουλειά
Τον ιπποπόταμο να σύρεις απ’ του βάλτου τα νερά»
Δεν ξέρω μέσα από ποιους συνειρμούς ο ιπποπόταμος βρέθηκε στη σκακιέρα αλλά, μολονότι οι θεατές ήταν πεπεισμένοι ότι εξακολουθούσα να μελετάω τη θέση, εγώ εκείνη την ώρα πάσχιζα να βρω λύση σε τούτο: Πώς διάολο θα έσερνες έναν ιπποπόταμο από το βάλτο; Θυμάμαι ότι μου ήρθαν στο μυαλό ανυψωτήρες, μοχλοί, ελικόπτερα, ακόμα και μια σχοινένια σκάλα. Ύστερα από παρατεταμένους συλλογισμούς, παραδέχθηκα την ήττα μου ως μηχανικού και σκέφτηκα φουρκισμένος «Ε, λοιπόν, δε πα να πνιγεί!». Και ξαφνικά ο ιπποπόταμος εξαφανίστηκε. Έφυγε από τη σκακιέρα, ακριβώς όπως είχε έρθει. Από μόνος του. Και ευθύς αμέσως, η θέση έπαψε να φαίνεται τόσο περίπλοκη. Τώρα, κατά κάποιον τρόπο, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν εφικτό να υπολογίσω όλες τις βαριάντες και ότι η θυσία του ίππου ήταν, από την ίδια της τη φύση, καθαρά διαισθητική. Και μιας και υποσχόταν ένα ενδιαφέρον παιχνίδι, αποφάσισα να την κάνω.
Την επόμενη μέρα, με απόλαυση διάβασα στην εφημερίδα πως ο Μιχαήλ Ταλ, ύστερα από προσεκτική μελέτη της θέσης για σαράντα λεπτά, έκανε μια θυσία ίππου βασιζόμενος σε ακριβή υπολογισμό».








Ανοίγματα στους τελικούς παγκοσμίου πρωταθλήματος

10 Σχόλια

QGD

Τα ανοίγματα ήταν πάντα ένα μεγάλο κεφάλαιο της σκακιστικήςιστορίας. Πιστεύω δε, ότι η εξέλιξη τους συμβάδιζε πάντα με τις γενικότερεςεξελίξεις, αλλαγές και τομές στην ιστορία του παιχνιδιού. Πολλά από αυτάπαραγκωνίστηκαν με την πάροδο του χρόνου, άλλα άνθισαν και συνεχίζουν ναανθίζουν και κάποια ακόμα, βγήκαν κάποια στιγμή από τη ναφθαλίνη και «ζουν» μιαδεύτερη ζωή.
Κατά την ρομαντική εποχή του παιχνιδιού, τα ανοιχτάανοίγματα κυριαρχούν, με το  γκαμπί τουβασιλιά να έχει την μερίδα του λέοντος.
Όσο επικρατούν οι θεωρίες του Στάινιτς και η «στρατηγικήσχολή», το γκαμπί της βασίλισσας (σε όλες τις παραλαγές του, αποδεκτό, μηαποδεκτό, σλαβική) είναι η κύρια επιλογή των μεγάλων μετρ. Το μόνο από ταανοιχτά ανοίγματα που «διασώζεται», είναι η ισπανική παρτίδα, αλλά τοσυγκεκριμένο άνοιγμα, είναι μόνο τύποις ανοιχτό.
Με την έλευση των «υπερμοντέρνων» και αργότερα τηςσοβιετικής σχολής, η δημιουργία ασυμμετρίας από νωρίς στο άνοιγμα κερδίζειέδαφος και έτσι δυναμικά στο προσκήνιο έρχονται τα ανοίγματα που την προωθούν,όπως η σικελική άμυνα, τα ινδικά συστήματα, πλευρικά ανοίγματα κτλ. Το γκαμπίτης βασίλισσας όμως και η σλαβική άμυνα, καθώς και η ισπανική, δεν χάνουνκαθόλου σε συχνότητα εμφάνισης, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές.
Πριν από κάποιο καιρό, σκέφτηκα να «μετρήσω» με κάποιο τρόποτην συχνότητα εμφάνισης των διαφόρων ανοιγμάτων ανά εποχές. Επέλεξα να κάνω μιαμικρή έρευνα στους τελικούς των παγκοσμίων πρωταθλημάτων. Να δω δηλαδή, τιεπέλεξαν να παίξουν οι κορυφαίοι παίχτες κάθε εποχής, στην κορυφαία συνάντηση,στον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος. Θεωρώ πως είναι ένα σχετικά αξιόπιστοδείγμα, για μια γενικότερη εκτίμηση, όσον αφορά στη δημοτικότητα τωνανοιγμάτων.
Φυσικά σε έναν τελικό παγκοσμίου πρωταθλήματος, έναςσκακιστής μπορεί να αλλάξει πράγματα στο ρεπερτόριο του, για αιφνιδιασμό τουαντιπάλου, παραδείγματος χάριν. Δεν παύει όμως να είναι ένα καλό δείγμα για τοτι «παίζονταν» και τι «παίζεται» σήμερα, από την σκοπιά των ανοιγμάτων.
Ξεκίνησα από το πρώτο επίσημο ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα.Την συνάντηση Στάινιτς – Τσούκερτορτ του 1886, φτάνοντας μέχρι τον τελικό τηςΣόφιας μεταξύ Ανάντ και Τοπάλοβ το 2010. Για την περίοδο του «διχασμού»,επέλεξα να συμπεριλάβω στην καταμέτρηση και τους τελικούς της FIDE, καθώς και τα ματς έξω από αυτήν,που στην ουσία όμως ήταν τελικοί για το παγκόσμιο πρωτάθλημα.
Ας δούμε λίγο τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα και ακολούθωςτην διασπορά των κύρια εμφανιζόμενων ανοιγμάτων, στο χρόνο.
Το δείγμα μας αποτελείται από 1115 παρτίδες και τασυγκεντρωτικά αποτελέσματα έχουν ως εξής:

  1. Γκαμπί της βασίλισσας μη αποδεκτό    188 παρτίδες  (16,86%)
  2. Ισπανική παρτίδα                            157               (14,08%)
  3. Σικελική άμυνα                               101               (9,06%)
  4. Σλαβική άμυνα                                 95               (8,52%)
  5. Νιμζοϊνδική άμυνα                            67               (6,01%)
  6. Γκρίνφελντ                                      64               (5,74%)
  7. Γαλλική άμυνα                                 56               (5,02%)
  8. Αγγλική παρτίδα                               56               (5,02%)
  9. Ινδική της βασίλισσας                        49               (4,39%)
  10. Κάρο Καν                                        41               (3,68%)
  11. Ινδική του βασιλιά                            39               (3,50%)
  12. Ιταλική παρτίδα/Γκαμπί Έβανς             32               (2,87%)
  13. Ρώσικη παρτίδα                                28               (2,51%)
  14. Καταλανική παρτίδα                          25               (2,24%)
  15. Γκαμπί της βασίλισσας αποδεκτό         24               (2,15%)
  16. Ολλανδική άμυνα                             16               (1,43%)
και ακολουθούν:
Πιόνι της βασίλισσας 13
Σκωτική παρτίδα        9
Άμυνα 4 ίππων          7
Μπενόνι                   6
Άμυνα Τσιγκόριν       6
Ρέτι                        5
Άμυνα Αλιέχιν και άμυνα 2 ίππων από 4
Πίτρς και Βιεννέζικη από 3
Γκαμπί του βασιλιά, παλαιό Μπενόνι, Πολωνική, Μοντέρνα άμυνα και επίθεση Τρομπόφσκι από 2
Πιόνι του βασιλιά, Μπογκοϊνδική, Άνοιγμα Λονδίνου, Παλαιοϊνδική, Επίθεση Τόρε, Άμυνα Φιλιντόρ και Σκανδιναβική Παρτίδα από 1.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι το 1.δ4 κυριαρχεί στις επιλογές των παιχτών στους τελικούς.

Ένα άλλο, ότι ο «βασιλιάς των ανοιγμάτων» φαίνεται να είναι το  μη αποδεκτό γκαμπί της βασίλισσας. (Αν τώρα κάποιος συνυπολογίσει και το αποδεκτό γκαμπί της ντάμας καθώς και την Σλαβική, ως μέρος του ίδιο κατά βάση συστήματος, θα μετρήσει 307 παρτίδες συνολικά!)

Ruy Lopez

Σημαντικό είναι ότι το μη αποδεκτό γκαμπί της βασίλισσας φαίνεται να είναι το ίδιο αποδεκτό σε όλες τις περιόδους. Το μοναδικό χρονικό διάστημα που το συγκεκριμένο άνοιγμα περνάει «κρίση» είναι από το 1951 ως το 1961, όπου εμφανίζεται μονάχα μία φορά (στον τελικό του 1960 Μποτβίνικ – Ταλ). Αν εξαιρέσει κανείς αυτό το διάστημα το QGD είναι ουσιαστικά πάντα παρόν, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο. Κορυφαία στιγμή ο τελικός του 1927, όπου Καπαμπλάνκα και Αλιέχιν «συζήτησαν» διεξοδικά πάνω στο συγκεκριμένο άνοιγμα, στις 32 από τις 34 παρτίδες του ματς! (για την ιστορία, οι άλλες 2 ήταν μια Γαλλική και μια Αγγλική).

Νομίζω αναμενόμενη είναι και η δεύτερη θέση της Ισπανικής. Ένα άνοιγμα, το οποίο έχει μια σταθερότητα στις εμφανίσεις του επίσης, ανεξαρτήτως εποχών. Μονάχα από το 2006 και μετά δεν έχει εμφανιστεί καμία φορά, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το ίδιο το άνοιγμα, αλλά με την κυριαρχία του 1.δ4 στους τελικούς, ειδικά τα τελευταία χρόνια.
Sicilian Defense

Την Σικελική συναντάμε στην 3η θέση, πράγμα μάλλον αναμενόμενο επίσης. Εδώ όμως, αν κοιτάξουμε τις εμφανίσεις της ανά τα χρόνια, θα δούμε ότι τα πρώτα χρόνια το άνοιγμα δεν εμφανίζεται καθόλου ή εμφανίζεται σπάνια.

Από το 1886 ως το 1948 εμφανίζεται μονάχα 3 φορές! Η «άνοιξη» για την Σικελική έρχεται μόνο με την επικράτηση της Σοβιετικής σχολής και την έμφαση που αυτή δίνει στην ασυμμετρία. 
Πάρα πολλές είναι οι εμφανίσεις της Σικελικής και το διάστημα 1995-2005, ενώ τα τελευταία χρόνια πέφτει και αυτή θύμα του 1.δ4, με μονάχα 4 εμφανίσεις.
Όσον αφορά τα Ινδικά συστήματα, είναι χαρακτηριστικό ότι δεν εμφανίζονται σχεδόν καθόλου μέχρι το 1927 (μονάχα μια εμφάνιση μέχρι τότε, μια ινδική της ντάμας). Μετά την επικράτηση των υπερμοντέρνων, τα ινδικά συστήματα έχουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο, κάτι που εξακολουθεί και στην περίοδο της Σοβιετικής σχολής, αλλά και μετέπειτα. Πάντως μου κάνει εντύπωση που η ινδική της βασίλισσας έχει περισσότερες εμφανίσεις από την ινδική του βασιλιά.
Catalan game

Ένα άλλο σημείο που θέλω να σταθώ, είναι η δυναμική επανεμφάνιση της Καταλανικής (κυρίως εξ αιτίας του Κράμνικ) η οποία φαίνεται να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος τα τελευταία χρόνια. Κατά κάποιο τρόπο ο Κράμνικ επανασύνδεσε τους υπερμοντέρνους με το σήμερα, μέσω αυτού του ανοίγματος.

Προφανώς μπορούν να βγουν πολλά ακόμη συμπεράσματα, αλλά θα σταματήσω εδώ, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για συζήτηση.



Από τον Λουτσένα στη Σοβιετική σχολή (Μέρος Γ’)

Σχολιάστε





ΒΙΛΕΛΜ ΣΤΑΪΝΙΤΣ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ (ή ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ)

Μετά τηναπόσυρση του Μόρφι από τα σκακιστικά δρώμενα, οι ρομαντικοί σκακιστέςκυριάρχησαν και πάλι. Ο Άντερσεν συνέχισε να είναι ο ισχυρότερος όλων. Είναιόμως αλήθεια ότι η εμπειρία του ματς με τον Μόρφι, άλλαξε κάποια πράγματα στοπαιχνίδι του, όχι βέβαια σε μεγάλο βαθμό. Όσο προχωρούσαν όμως τα χρόνιαεισέβαλαν και κάποια στοιχεία στρατηγικής στο σκάκι του.
Φυσικάάρχισαν να εμφανίζονται και άλλοι, νεαροί, ισχυροί παίχτες. Ένας από τουςισχυρότερους, ήταν ο Γιόχαν Χέρμαν Τσούκερτορτ. Ένας ακόμα ήταν ο ΒίλελμΣτάινιτς. Και αυτοί οι νεαροί παίχτες, ακολουθούσαν την ρομαντική παράδοση.
ΒΙΛΕΛΜ ΣΤΑΪΝΙΤΣ
Βίλελμ Στάινιτς
Ο ΒίλελμΣτάινιτς γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1836 στην Πράγα και ήταν το ένατο παιδί τηςοικογένειας ενός ράπτη. Τέσσερα παιδιά μετά από αυτόν πέθαναν πρόωρα κι έτσι οΒίλελμ ήταν ο «βενιαμίν» της οικογένειας. Ήταν αυστριακής καταγωγής και όταντελείωσε το σχολείο, περίπου στα 1855, εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Σκάκι είχεμάθει ήδη από τα χρόνια της Πράγας, παρακολουθώντας τον πατέρα του να παίζει.Στη Βιέννη όμως, μια πόλη με τεράστια σκακιστική παράδοση, η οποία είχεαναδείξει ήδη παίχτες όπως οι Φάλμπερκ και Αλγκάγιερ (γνωστοί και για ταγκαμπί που φέρουν τα ονόματα τους) το πάθος του νεαρού για το σκάκι φούντωσε.Για χάρη του παιχνιδιού, εγκατέλειψε την ανώτατη πολυτεχνική σχολή της Βιέννης,από την οποία θα έπαιρνε το δίπλωμα του μηχανικού, κάτι που θα του εξασφάλιζεασφαλώς μια καλύτερη (οικονομικά) ζωή, απ’ αυτήν του άπορου σκακιστή που παίζειπαρτίδες με στοίχημα στα καφενεία προκειμένου να βιοποριστεί. Ο πρώτος επίσημοςπαγκόσμιος πρωταθλητής, ο θεμελιωτής του σύγχρονου παιχνιδιού (ο Κασπάροβ είπεγι’ αυτόν: «Η σύγχρονη εποχή στο σκάκι ξεκίνησε από τον Στάινιτς») έζησε καιπέθανε πάμπτωχος.
Αφότουαφοσιώθηκε αποκλειστικά στο σκάκι, η εξέλιξη του ήταν ραγδαία και δεν άργησε ναγίνει ο πρωταθλητής της πόλης. Αμέσως μετά άρχισε να λαμβάνει μέρος και σταδιεθνή τουρνουά.
Ο τρόποςπαιχνιδιού του, αυτά τα πρώτα χρόνια, δεν διέφερε καθόλου από τον τρόποπαιχνιδιού ενός ρομαντικού. Ο ιδρυτής της στρατηγικής σχολής, υπήρξε στα νιάτατου ένας ρομαντικός! Ήταν μάλιστα τέτοια η έφεση του στο επιθετικό παιχνίδι,τους δαιδαλώδης συνδυασμούς και τις θυσίες, που ο Άγγλος μετρ Ουόκερ του έδωσετο προσωνύμιο «σύγχρονος Καλαβρέζος». «Καλαβρέζο» φώναζαν όλοι στην εποχή τουτον θρυλικό Ιταλό σκακιστή Γιοακίνο Γκρέκο, ο οποίος ήτανστην εποχή του εκ των κορυφαίων (αν όχι ο κορυφαίος) στον κόσμο και μαζί μετους συγχρόνους του Ιταλούς σκακιστές (Πάολο Μπόι, Λεονάρντο, Πολέριο) υπήρξανεκ των ιδρυτών της ρομαντικής και προπομποί της ιταλικής σχολής της Μόντενα.
Καταλαβαίνετελοιπόν ότι το στυλ του Στάινιτς στην αρχή της σκακιστικής του καριέρας ήτανμέσα στο πνεύμα της εποχής, καθαρά ρομαντικό.
Η κρίσιμηκαμπή και η αλλαγή στο παιχνίδι του, έρχεται αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1873.Πώς φτάσαμε όμως ως εκεί;
Ο Στάινιτςάρχισε κάποια στιγμή να προβληματίζεται βαθύτερα γύρω από το παιχνίδι. ΤονΜόρφυ δεν τον είχε δει να παίζει, αλλά ήξερε τις παρτίδες του με τον Άντερσενκαθώς και το αποτέλεσμα αυτής της αναμέτρησης. Βλέποντας τον Άντερσεν ζωντανά ναπαίζει, και πολύ περισσότερο παίζοντας παρτίδες μαζί του (αν δεν κάνω λάθοςυπάρχουν 23 επίσημες παρτίδες μεταξύ τους, όπου δεν υπάρχει καμιά ισοπαλία. 12νίκες έχει ο Στάινιτς και 11 ο Άντερσεν) απόρησε πώς είναι δυνατόν, αυτός οτεράστιος παίχτης να έχασε έτσι εύκολα από τον Μόρφυ. Άρχισε να αναλύει τιςπαρτίδες τους. Προχώρησε παραπέρα. Προσπάθησε να αναλύσει όλες τιςπροϋπάρχουσες παρτίδες. Άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το παιχνίδι διέπεται απόβαθύτερους νόμους. Προσπάθησε να τους κατανοήσει, να τους ορίσει και ακολούθωςνα τους εφαρμόσει στο παιχνίδι του, ώστε να τους ελέγξει εμπειρικά.
Στα 1873είναι πλέον εμφανή τα σημάδια στην αλλαγή τρόπου παιχνιδιού. Ένα καλόπαράδειγμα, όπου φαίνεται αυτό, είναι η παρτίδα Ρόζενταλ – Στάινιτς, παιγμένητο 1873 στη Βιέννη. Ο Στάινιτς αρχικά σταματά τις πρώιμες επιχειρήσεις τουΡόζενταλ και ακολούθως αξιοποιεί με πολύ ωραίο τρόπο το στρατηγικό τουπλεονέκτημα (ζεύγος αξιωματικών). 
Πέρα από τιςπαρτίδες του όμως, αρχίζει να συγγράφει και να διατυπώνει τις ιδέες του. Οικύριοι άξονες, που πάνω τους στηρίχτηκε το οικοδόμημα της κλασικής σχολής καισυνακόλουθα το σύγχρονο σκάκι ήταν οι εξής:
ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝΑΜΥΝΑ: Ο Στάινιτς κατάλαβε πολύ νωρίς ότι ο λόγος που πετύχαιναν οι επιθέσειςτων ρομαντικών ήταν πολύ απλά ότι η αμυντική τεχνική ήταν ανύπαρκτη. Καιακριβώς επειδή ο Μόρφυ οικοδομούσε την θέση του πριν οποιαδήποτε επιθετικήεπιχείρηση, εναντίον του οι επιθέσεις των ρομαντικών αποτύγχαναν.
ΠΙΟΝΟΔΟΜΗ: ΟΑυστριακός πρωταθλητής, συνεχίζοντας από κει που σταμάτησε ο Φιλιντόρ («ταπιόνια είναι η ψυχή της παρτίδας») κατανόησε ότι η θέση ορίζεται από την δομήτων πιονιών. Ο χαρακτήρας της (κλειστός, ανοικτός, ημιανοικτός) έχει να κάνειμε την πιονοδομή. Έγινε φανερό ότι οι κινήσεις των πιονιών είναι οιπλέον δεσμευτικές από όλες. Ένα οποιοδήποτε άλλο κομμάτι μπορεί να προωθηθείγια να επιτελέσει μια λειτουργία και στην συνέχεια να ανακληθεί στην άμυνα ανκριθεί απαραίτητο. Το πιόνι όμως κινείται μόνο προς τα εμπρός. Δεν μπορεί ναεπιστρέψει. Με κάθε κίνηση, κερδίζει χώρο για την παράταξη του, αλλά ταυτόχρονααφήνει πίσω του τετράγωνα που δεν μπορεί να τα ελέγξει πια, αμετάκλητα. Γι’αυτό και οι προωθήσεις των πιονιών είναι απόλυτα δεσμευτικές για τον παίχτη καιεπομένως πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός. Ταυτόχρονα κατανόησε ότι ηπιονοδομή μιας παράταξης θα πρέπει να είναι τέτοια που να μην έχει αδυναμίες,όσο τω δυνατόν. Ως τέτοιες όρισε το απομονωμένο πιόνι (αργότερα βέβαια οΤάρρας, συνεχιστής του Στάινιτς και ένας από τους βασικότερους θεωρητικούς τηςκλασικής σχολής, κατέδειξε ότι το απομονωμένο πιόνι έχει και πλεονεκτήματα,οπότε η μάχη γύρω απ’ αυτό είναι να καταφέρει η πλευρά που το έχει να αναδείξειτα πλεονεκτήματα του, την ώρα που η αντίπαλη θα προσπαθεί να επωφεληθεί από τιςαδυναμίες του), το καθυστερημένο πιόνι, τα διπλωμένα πιόνια κτλ.
Επίσηςκατανόησε ότι το κέντρο ήταν το σημαντικότερο σημείο της μάχης – ιδίως κατά τοάνοιγμα- και οι προωθήσεις των πιονιών θα έπρεπε να στοχεύουν στον έλεγχο του.
ΑΠΟΚΤΗΣΗΜΙΚΡΩΝ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ: Ο  Στάινιτςέφτασε γρήγορα στο συμπέρασμα, ότι με σωστό παιχνίδι, απέναντι σε ισχυρόαντίπαλο, ο οποίος έχει οικοδομήσει την θέση του, μια θυελλώδης «ρομαντική»επίθεση, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Προσπάθησε λοιπόν, να ανακαλύψει καινα ορίσει τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν, ώστε να επιτεθεί μεεπιτυχία μια παράταξη.
Το πρώτο,βασικό και απλό συμπέρασμα του Στάινιτς ήταν το εξής: «Επίθεση πρέπει ναγίνεται μόνο όταν υπάρχει πλεονέκτημα. Υποχρέωση επίθεσης έχει η πλευρά με τοπλεονέκτημα, διότι αν αναβάλει την επίθεση, κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημα».
Αυτό τοόρισε ως «αιτιολογημένη επίθεση».
Φυσικά δενμπορεί πάντα σε μια παρτίδα να αποκτάει μια παράταξη νικηφόρο πλεονέκτημα. Αυτόθα σήμαινε χοντρό λάθος από την πλευρά του αντιπάλου. Έτσι ο Στάινιτς, κατέληξεστην έννοια της «συσσώρευσης μικρών πλεονεκτημάτων». Ο βασικός στόχος ενόςπαίχτη πρέπει να είναι η απόκτηση μικρών πλεονεκτημάτων και η κατά το δυνατόναποφυγή αδυναμιών στην δική του πλευρά. Εμφανίζεται μια κρίσιμη στιγμή στηνπαρτίδα, όπου το «άθροισμα» αυτών των πλεονεκτημάτων είναι τέτοιο πουδικαιολογεί μια επίθεση. Και πάλι όμως αυτή η επίθεση πρέπει να στοχεύει στοπιο αδύνατο σημείο της αντίπαλης παράταξης.
ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ: Μια εύστοχηκαι πολύ κρίσιμη παρατήρηση του Στάινιτς, η οποία εισάγει στην επιστημονικήαντιμετώπιση του παιχνιδιού. Δηλώνει ότι πάνω στη σκακιέρα, σε κάθε θέση,υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια, ανεξάρτητη από την επιθυμία του παίχτη. Θαπρέπει με αντικειμενικό τρόπο (και ανεξάρτητα από την επιθυμία του) ο παίχτης να κατανοήσει τηθέση, τα μυστικά της και τις απαιτήσεις της και ακολούθως να επιλέξει τιςκινήσεις του με βάση τη θέση και όχι τις επιθυμίες του.
Ο Στάινιτςτόνιζε όλα αυτά τα θέματα στα γραπτά του. Έγραφε στις σκακιστικές στήλες τωνΛονδρέζικων εφημερίδων Thefield και Figaro, όπως και στις Νεοϋορκέζικες New York herald και New York tribune. Υπήρξε επίσης εκδότης τουσκακιστικού περιοδικού International ChessMagazine από το1885 ως το 1891. Το 1889 εξέδωσε το σύγγραμμα του «Σύγχρονος ΣκακιστικόςΟδηγός». Παράλληλα προσπαθούσε να καταδείξει την ορθότητα των ιδεών του, αλλάκαι να τις ελέγξει και ο ίδιος, χρησιμοποιώντας τις στις παρτίδες του.Προσέφερε επίσης σε βαριάντες συγκεκριμένων ανοιγμάτων, ενώ οι περισσότεροινέοι σκακιστές, άρχισαν να δημιουργούν έναν κύκλο γύρω του, ασπαζόμενοι τιςιδέες του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η «Κλασική Σχολή».
Ήδη τοπαιχνίδι του Στάινιτς έχει αρχίσει να ξεφεύγει από αυτό των συγχρόνων του. Τογεγονός αποτυπώνεται καθαρά στην αναμέτρηση με τον Μπλάκμπερν, που έλαβε χώραστα 1876. Ο Στάινιτς επικρατεί με το εντυπωσιακό 7-0! Είναι φανερό πια ότιείναι πολύ μπροστά. Εφαρμόζοντας τις θεωρίες του, τις οποίες οι παλιοίρομαντικοί μετρ δεν κατανοούσαν ή δεν ήθελαν να κατανοήσουν, έπαιζε σκάκι πολύμπροστά από την εποχή του. Ειδικεύθηκε στους ελιγμούς πίσω από τις γραμμές,προσπαθώντας να βρει για κάθε κομμάτι την καλύτερη θέση, βελτιώνοντας σιγά σιγάόλη τη θέση συνολικά. Αργότερα ο Τάρρας θα πει: «Αν ακόμα και ένα κομμάτι είναιτοποθετημένο άσχημα, όλη η θέση είναι άσχημη». Η κλασική σχολή στήνει στέρεατις βάσεις του παιχνιδιού θέσεων.
Ο Στάινιτςτο 1883 μεταναστεύει στις ΗΠΑ και παίρνει την αμερικάνικη υπηκοότητα. Το 1886γίνεται ο πρώτος επίσημος παγκόσμιος πρωταθλητής, επικρατώντας του Τσούκερτορτ.Υπερασπίζει τον τίτλο του εναντίον του Τσιγκόριν μέχρι το 1894, οπότεεκθρονίζεται από τον Λάσκερ.
Πεθαίνειστις 12 Αυγούστου 1900, σε ένα άσυλο στην Νέα Υόρκη, αφού πριν είχε καταρρεύσειπνευματικά.
Αφήνει πίσωτου μια τεράστια κληρονομιά. Το σκάκι μετά απ’ αυτόν, πολύ απλά είναι ένα άλλοπαιχνίδι.
Χαρακτηριστικάείναι τα λόγια του Μπόμπι Φίσερ, πολλά χρόνια αργότερα:
«Στο σκάκιυπήρξαν δύο μονάχα πραγματικές μεγαλοφυΐες. Ο άλλος ήταν ο Στάινιτς». (Αν και νομίζω αυτή η δήλωση είναι περισσότερο χαρακτηριστική για τον ίδιο το Φίσερ).
ΟΙ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΣ
Μια ολόκληρηστρατιά κορυφαίων σκακιστών ακολούθησε και επεξέτεινε τις θεωρίες του πρώτουπαγκόσμιου πρωταθλητή, δημιουργώντας την παράδοση της Κλασικής ΣτρατηγικήςΣχολής.
Εμμάνουελ Λάσκερ
Ο 2ος, ο 3Ος και ο 4ος παγκόσμιος πρωταθλητής (Λάσκερ,Καπαμπλάνκα και Αλιέχιν αντίστοιχα), οι «βασιλιάδες δίχως στέμμα» Τάρρας καιΡουμπινστάιν, καθώς και πλειάδα άλλων κορυφαίων σκακιστών της εποχής  (Πίλσμπερι, Σλέχτερ, Μαρότσι, Μάρσαλ κ.ά.)άνηκαν ή ακολούθησαν την παράδοση της κλασικής σχολής, ενώ πολλοί από αυτούςπήγαν ένα βήμα παραπέρα τις θεωρίες του Στάινιτς είτε με τα γραπτά τους, είτεμε το παιχνίδι τους, είτε και με τα δύο (οι περισσότεροι).
Τεράστιαείναι η θεωρητική και πρακτική συμβολή του Τάρρας σε όλο το φάσμα τουπαιχνιδιού θέσεων και κυρίως στην ανάλυση βαριαντών συγκεκριμένων ανοιγμάτων.
Ζίγκμπερτ Τάρρας
Ο Λάσκερ απότην άλλη επέμεινε στην ασυμμετρία (στοιχείο που αποτέλεσε αργότερα βασικόστοιχείο των αναλύσεων της Σοβιετικής σχολής) και  στη σημασία της ψυχολογίας. Ο Καπαμπλάνκαπροσέφερε καινοτομίες στην στρατηγική θεωρία, εισάγοντας και αναλύοντας νέεςέννοιες όπως οι «νησίδες πιονιών» και η «επίθεση μειονότητος». Με το παιχνίδιτου δε, έφτασε την «καθαρότητα των ιδεών στο μέσο» στο απόγειο της (στοιχείοπου υπήρχε και στον Ρουμπινστάιν) σε τέτοιο βαθμό που μετά από αυτόν, μόνο–τολμώ να πω- στο παιχνίδι του Φίσερ συναντάμε κάτι ανάλογο.(Κάποιος σκακιστής – δεν θυμάμαι τώρα ποιος – είχε πει για τον Φίσερ όταν ήτανακόμα νεαρός πώς «Όταν τον βλέπω να παίζει στο μέσον, έχω την αίσθηση ότιαναστήθηκε ο Καπαμπλάνκα»). Ο Ρουμπινστάιν έφτασε στο απόγειοτης την τεχνική των φινάλε, στοιχείο το οποίο σε τέτοιο βαθμό μόνο στο Κάρποβεμφανίζεται μετέπειτα.
Τέλος οΑλιέχιν τόνισε τα δυναμικά στοιχεία στις κλειστές θέσεις και την σημασία τηςπρωτοβουλίας, ενώ η τακτική του δεινότητα ήταν τέτοια που σε αντίστοιχο βαθμόαπαντάτε μετέπειτα στους Ταλ και Κασπάροβ.
Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα

Το πόσοάλλαξε το παιχνίδι η κλασική σχολή, νομίζω δε χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Τοπαιχνίδι θέσεων απέκτησε την πρωτοκαθεδρία, νέες στρατηγικές έννοιες έκαναν τηνεμφάνιση τους, ο παλιός τρόπος παιχνιδιού εγκαταλείφθηκε και μαζί του πολλά απότα ανοίγματα των ρομαντικών, όπως το γκαμπί του βασιλιά και η ιταλική παρτίδαπχ.

Τα ανοίγματαπου κερδίζουν τώρα έδαφος, είναι κυρίως το γκαμπί της βασίλισσας και η Ισπανικήπαρτίδα (άνοιγμα Ρουί Λοπέζ). Επίσης η Σικελική   άμυνα αρχίζει σιγά σιγά να κερδίζειέδαφος, αλλά η έκρηξη σε αυτήν, καθώς και σε όλα τα ανοίγματα που προκρίνουναπό νωρίς την ασυμμετρία (πχ Ινδικά συστήματα) θα έρθει αρχικά με τουςυπερμοντέρνους οι οποίοι φέρνουν μια γενική αύρα νέων ιδεών και κυρίως με τηνΣοβιετική σχολή η οποία και συστηματοποίησε τις εξαιρέσεις, δίνοντας μεγάληέμφαση στην ασυμμετρία.
Αλλά γιατους υπερμοντέρνους και την Σοβιετική σχολή, θα μιλήσουμε στα επόμενα μέρη.

(συνεχίζεται)



Older Entries Newer Entries