Περί των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας

10 Σχόλια

Χθες έκλεισε η πρώτη ψηφοφορία του blog. Το ίδιο το ερώτημα θα μπορούσεεύλογα να ισχυριστεί κανείς πώς δεν «στέκει». «Ποιος είναι ο ισχυρότεροςσκακιστής στην ιστορία;». Έλα ντε…
Προφανώς το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί στα σοβαρά, πόσομάλλον μέσα από μερικές επιλογές ονομάτων σε ένα poll ενός blog.
Με ποια κριτήρια θα συγκρίνει κάποιος τον Μόρφυ πχ με τονΦίσερ; Τον Στάινιτς με τον Κασπάροβ; Όλοι ξέρουμε ότι οι ισχυροί παίχτες κάθεεποχής, είχαν στο οπλοστάσιο τους την ήδη συσσωρευμένη γνώση των προηγούμενωνγενεών και είναι απολύτως φυσικό να μην μπορεί να συγκριθεί ένας μετρ τουπροπερασμένου αιώνα με έναν εκ των κορυφαίων παιχτών της σοβιετικής σχολής γιαπαράδειγμα. Επομένως το ερώτημα το ίδιο είναι προβληματικό. Ίσως θα έπρεπε ναδιατυπωθεί ως εξής: «Ποιος είναι ο αγαπημένος σας σκακιστής όλων των εποχών».Τότε όμως δεν θα έπρεπε να υπάρχει poll, καθώς αν υπήρχε τέτοιο θα έπρεπε να έχει καμιά 300αριάονόματα και βάλε. Ξέρω ήδη πολλούς των οποίων αγαπημένος σκακιστής είναι οΦρανκ Μάρσαλ, ο Χάρι Νέλσον Πίλσμπερι, ο Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τσιγκόριν ή ο ΒασίλιΙβαντσούκ και γιατί όχι άλλωστε. Επομένως ένα τέτοιο ερώτημα δεν θα είχε καιπολύ νόημα, από την στιγμή που δεν θα περιόριζε – βάση μιας έστω και αίοληςλογικής- τα ονόματα σε καμιά 20αριά το πολύ.
Ίσως μια άλλη μορφή του ερωτήματος να ήταν: «Ποιος ήταν οπιο ολοκληρωμένος σκακιστής στην ιστορία». Αυτό όμως θα απέκλειε τους πριν το1950 – τουλάχιστον – κορυφαίους παίχτες.
Ένα εύλογο ερώτημα θα ήταν: «Και γιατί να υπάρξει ντε καικαλά ένα τέτοιο poll;».
Σωστό είναι αυτό, αλλά έλα που εμένα κάτι τέτοιες κουβέντεςμ’ αρέσουν. Κι όσο κι αν δεν μπορούν να καταλήξουν σε κάποιο σοβαρό συμπέρασμαόσον αφορά το ερώτημα αυτό καθ’ αυτό, νομίζω πως μπορούν να βγουν κάποιαεπιμέρους ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Η ψηφοφορία, λοιπόν, τελείωσε με ισοβαθμία στην πρώτη θέσημεταξύ του Γκάρι Κασπάροβ και του Μίσα Ταλ, ενώ ισόβαθμοι ακολουθούν ο ΜπόμπιΦίσερ και ο Ανατόλι Κάρποβ.
Ας δούμε λίγο αυτά τα αποτελέσματα. Του Κασπάροβ θα έλεγαπως είναι το πιο αναμενόμενο.  Νομίζω ότιτο να ισχυριστεί κάποιος ότι ο Γκάρι υπήρξε ο πιο ολοκληρωμένος σκακιστής είναιμια λογική θέση. Είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος της σοβιετικής σχολής. Ηκυριαρχία του ξεκινάει στην δύση της και τελειώνει ότι πια έχουμε μπει για τακαλά στην «μετασοβιετική» ή σύγχρονη – όπως θέλετε πείτε το- εποχή τουπαιχνιδιού. Το παιχνίδι του Κασπάροβ συμπύκνωνε μέσα του σε πολύ μεγάλο βαθμόόλη την προγενέστερη εμπειρία.
Ο Ταλ όμως; Γιατί να ισοβαθμεί στην 1η θέση οόγδοος παγκόσμιος πρωταθλητής, ο οποίος μάλιστα έμεινε στο θρόνο για μονάχα έναέτος, με τον δέκατο τρίτο ομόλογο του, ο οποίος υπήρξε παγκόσμιος πρωταθλητήςγια 15 συνεχόμενα έτη;
Γιατί αυτός ο «νεορομαντικός» μας γοητεύει τόσο; Γιατί, πέρααπό την προσωπική προτίμηση που μπορεί να έχει κάποιος στο παιχνίδι του ή στηνπροσωπικότητα του, θεωρεί ότι το να τον ψηφίσει ως κορυφαίο σκακιστή είναι κάτιπου δεν έρχεται σε αντίθεση με την λογική και την αντικειμενικότητα; Γιατί πχ αυτόδεν συμβαίνει με τον Σμύσλοβ ή τον Πετροσιάν ή γιατί δεν συμβαίνει με τονΡουμπινστάιν ή τον Αλιέχιν;
Μόνο και μόνο επειδή ο Ταλ έκανε εντυπωσιακές θυσίες;
Δεν νομίζω ότι είναι αυτό. Πιστεύω ότι είναι κάτι πολύβαθύτερο. Ίσως η άποψη μου θεωρηθεί κάπως ακραία ή αυθαίρετη, αλλά πιστεύω ότιόλοι –συνειδητά ή υποσεινήδητα- ξέρουμε ότι ο Ταλ έσωσε το σκάκι – τουλάχιστον τοκομμάτι του εκείνο που θα χαρακτηρίζαμε «παιχνίδι». Με λίγα λόγια, την εποχήπου ο Μποτβίνικ (και δεν έχω καμιά διάθεση να μειώσω την δική του μεγάληπροσφορά) έκανε την μεγάλη απόπειρα να «στεγνώσει» το παιχνίδι προωθώντας καισε μεγάλο βαθμό επιβάλλοντας την επιστημονική θεώρηση ως το μόνο δρόμο καιτρόπο που έπρεπε να ακολουθήσει και να παίζεται το σκάκι, ο Ταλ του πέταξε στοπρόσωπο μια μεγάλη αλήθεια, που αυτός ο ίδιος ο μεγάλος αναζητητής της «αλήθειαςσε κάθε θέση» είχε αγνοήσει. Ότι το σκάκι είναι πρώτα απ’ όλα παιχνίδι. Ότιχωρίς την φαντασία – όπως σωστά είχε αναφέρει ο Τσβάιχ – δεν μπορεί ναλειτουργήσει. Ότι εν τέλει, αν ντε και καλά θα πρέπει να του δώσουμε έναν άλλοχαρακτηρισμό και δεν μας φτάνει να το πούμε απλά παιχνίδι, το να το ονομάσουμετέχνη θα ταίριαζε ίσως καλύτερα από την βαρύγδουπη βάπτιση του σε «επιστήμη».
Ο Ταλ υπήρξε η αναρχική πινελιά πάνω στην επιβολή της μονολιθικότηταςτου «επιστημονικού σοσιαλισμού» στο σκάκι. Υπήρξε η πνοή ζωής που ακριβώς δικαιώνονταςτην ύπαρξη της, αρνήθηκε την τυποποίηση και τη φόρμα. Έδειξε ότι αυτή ακριβώς ηορμή για αυτόνομη ύπαρξη είναι που μπορεί – έστω και προσωρινά – να ανατρέψειτον εκ των άνω επιβαλλόμενο κανόνα. Ότι εν τέλει η «ομορφιά» μπορεί – έστω καιπροσωρινά- να νικήσει την από τα πάνω επιβαλλόμενη «αλήθεια». Ο Ταλ υπήρξεουσιαστικά μια υπόσχεση, μια δυνατότητα ανατροπής. Δεν πιστεύω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Μποτβίνικ αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ύπαρξης του και του χρόνου του στην προσπάθεια εξέλιξης ενός σκακιστικού προγράμματος για υπολογιστές. Το να νικηθεί η σκέψη του Ταλ από ένα μηχάνημα που δεν κάνει λάθος, δεν ήταν μόνο μια προσωπική ρεβάνς για τον «πατριάρχη». Συνειδητά ή υποσυνείδητα (δεν έχει σημασία) νομίζω είχε αντιληφθεί τον γενικότερο «κίνδυνο» που έκλεινε μέσα του το «φαινόμενο» του Λετονού.
Στην 3η θέση ισοβαθμούν οι δύο του «τελικού πουδεν έγινε ποτέ». Νομίζω πώς και αυτό είναι ένα λογικό αποτέλεσμα. Ο Φίσερ με τοαπίστευτο σκάκι που έπαιξε ειδικά την διετία 1970-72, εκθρονίζοντας μάλιστα τουςΣοβιετικούς, όντας ο ίδιος μόνος του, χωρίς μια σχολή από πίσω του, είχε και θαέχει για πάντα τους δικούς του φανατικούς οπαδούς. Υπήρξε – με βάση αυτά που είπαμεπαραπάνω για τον Ταλ- ο Φίσερ μια ανατροπή; Ίσως και πάλι να προκαλώ, αλλά κατάτην γνώμη μου όχι! Εκθρόνισε την σοβιετική σχολή, παίζοντας το σκάκι της,λογικό σκάκι, μόνο που επειδή ήταν απέξω, είχε την δυνατότητα να παρακολουθείτα όσα γίνονταν στους κόλπους της, χωρίς την ίδια ώρα να είναι μέρος του «κλειστούκυκλώματος» της και έτσι μπόρεσε να αποφύγει της αντιφάσεις της, κερδίζονταςαπό τις κατακτήσεις της. Φορέας ανατροπής των παραδεδεγμένων όμως – σε καθαράσκακιστικό επίπεδο- δεν υπήρξε. Εκτός σκακιέρας, είναι ένα άλλο ζήτημα, πουσηκώνει πολύ κουβέντα. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι αν ο Φίσερ ήταν σοβιετικός, θαήταν ο αγαπημένος μαθητής του Μποτβίνικ (επαναλαμβάνω, όσο αφορά το σκακιστικόκαθαρά κομμάτι και όχι την γενικότερη συμπεριφορά του).
Ο Ανατόλι Κάρποβ υπήρξε ίσως ο σκακιστής με την βαθύτερη στρατηγικήκατανόηση του παιχνιδιού και δικαίως θα μνημονεύεται ως ένας από τους κορυφαίουςπαίχτες όλων των εποχών. Η ήττα του από τον Κασπάροβ έχει να κάνει με πολλάπράγματα. Από τα εντελώς αντίθετα στυλ παιχνιδιού αυτών των δύο, τηναργοπορημένη αντίδραση του Κάρποβ να προσαρμοστεί απέναντι στον συγκεκριμένο αντίπαλο, την διαφορά ηλικίας ως και το λάθος του –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κασπάροβ- να «προσθέσει το φάντασμα του Φίσερστο στρατόπεδο των αντιπάλων του» σε εκείνον τον μαραθώνιο τελικό που δεν …τελείωσεποτέ.
Άξιο αναφοράς είναι επίσης οι δύο ψήφοι του Πολ Μόρφι, καθώςκαι οι 5 για τον Καπαμπλάνκα που τον τοποθετούν στην κορυφή των υπολοίπων – αν εξαιρεθούνοι 4 πρώτοι.
Κάθε σχόλιο και κάθε αντίρρηση είναι ευπρόσδεκτα. Έτσι κιαλλιώς θα είναι χαρά μου να κάνουμε κουβέντα. Επίσης περιμένω προτάσεις γιαεπόμενες ψηφοφορίες (έχω κατά νου το «Ισχυρότερος παίχτης που δεν έγινε ποτέπαγκόσμιος πρωταθλητής», αλλά καλό θα ήταν να πέσουν κι άλλες προτάσεις στοτραπέζι). 



Πολ Μόρφυ
  2 (2%)
Άντολφ Άντερσεν
  0 (0%)
Βίλελμ Στάινιτς
  1 (1%)
Εμμάνουελ Λάσκερ
  1 (1%)
Ακίμπα Ρουμπινστάιν
  1 (1%)
Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα
  5 (6%)
Αλεξάντερ Αλιέχιν
  2 (2%)
Πολ Κέρες
  0 (0%)
Μιχαήλ Μποτβίνικ
  1 (1%)
Βασίλι Σμύσλοβ
  0 (0%)
Μιχαήλ Ταλ
  19 (22%)
Τίγκραν Πετροσιάν
  1 (1%)
Μπόρις Σπάσκι
  0 (0%)
Βίκτορ Κορτσνόι
  1 (1%)
Μπόμπι Φίσερ
  15 (18%)
Ανατόλι Κάρποβ
  15 (18%)
Γκάρι Κασπάροβ
  19 (22%)
Βλάντιμιρ Κράμνικ
  0 (0%)
Βίσι Ανάντ
  0 (0%)
Μάγκνους Κάρλσεν
  0 (0%)

Από τον Λουτσένα στη Σοβιετική σχολή (Μέρος Γ’)

Σχολιάστε





ΒΙΛΕΛΜ ΣΤΑΪΝΙΤΣ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ (ή ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ)

Μετά τηναπόσυρση του Μόρφι από τα σκακιστικά δρώμενα, οι ρομαντικοί σκακιστέςκυριάρχησαν και πάλι. Ο Άντερσεν συνέχισε να είναι ο ισχυρότερος όλων. Είναιόμως αλήθεια ότι η εμπειρία του ματς με τον Μόρφι, άλλαξε κάποια πράγματα στοπαιχνίδι του, όχι βέβαια σε μεγάλο βαθμό. Όσο προχωρούσαν όμως τα χρόνιαεισέβαλαν και κάποια στοιχεία στρατηγικής στο σκάκι του.
Φυσικάάρχισαν να εμφανίζονται και άλλοι, νεαροί, ισχυροί παίχτες. Ένας από τουςισχυρότερους, ήταν ο Γιόχαν Χέρμαν Τσούκερτορτ. Ένας ακόμα ήταν ο ΒίλελμΣτάινιτς. Και αυτοί οι νεαροί παίχτες, ακολουθούσαν την ρομαντική παράδοση.
ΒΙΛΕΛΜ ΣΤΑΪΝΙΤΣ
Βίλελμ Στάινιτς
Ο ΒίλελμΣτάινιτς γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1836 στην Πράγα και ήταν το ένατο παιδί τηςοικογένειας ενός ράπτη. Τέσσερα παιδιά μετά από αυτόν πέθαναν πρόωρα κι έτσι οΒίλελμ ήταν ο «βενιαμίν» της οικογένειας. Ήταν αυστριακής καταγωγής και όταντελείωσε το σχολείο, περίπου στα 1855, εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Σκάκι είχεμάθει ήδη από τα χρόνια της Πράγας, παρακολουθώντας τον πατέρα του να παίζει.Στη Βιέννη όμως, μια πόλη με τεράστια σκακιστική παράδοση, η οποία είχεαναδείξει ήδη παίχτες όπως οι Φάλμπερκ και Αλγκάγιερ (γνωστοί και για ταγκαμπί που φέρουν τα ονόματα τους) το πάθος του νεαρού για το σκάκι φούντωσε.Για χάρη του παιχνιδιού, εγκατέλειψε την ανώτατη πολυτεχνική σχολή της Βιέννης,από την οποία θα έπαιρνε το δίπλωμα του μηχανικού, κάτι που θα του εξασφάλιζεασφαλώς μια καλύτερη (οικονομικά) ζωή, απ’ αυτήν του άπορου σκακιστή που παίζειπαρτίδες με στοίχημα στα καφενεία προκειμένου να βιοποριστεί. Ο πρώτος επίσημοςπαγκόσμιος πρωταθλητής, ο θεμελιωτής του σύγχρονου παιχνιδιού (ο Κασπάροβ είπεγι’ αυτόν: «Η σύγχρονη εποχή στο σκάκι ξεκίνησε από τον Στάινιτς») έζησε καιπέθανε πάμπτωχος.
Αφότουαφοσιώθηκε αποκλειστικά στο σκάκι, η εξέλιξη του ήταν ραγδαία και δεν άργησε ναγίνει ο πρωταθλητής της πόλης. Αμέσως μετά άρχισε να λαμβάνει μέρος και σταδιεθνή τουρνουά.
Ο τρόποςπαιχνιδιού του, αυτά τα πρώτα χρόνια, δεν διέφερε καθόλου από τον τρόποπαιχνιδιού ενός ρομαντικού. Ο ιδρυτής της στρατηγικής σχολής, υπήρξε στα νιάτατου ένας ρομαντικός! Ήταν μάλιστα τέτοια η έφεση του στο επιθετικό παιχνίδι,τους δαιδαλώδης συνδυασμούς και τις θυσίες, που ο Άγγλος μετρ Ουόκερ του έδωσετο προσωνύμιο «σύγχρονος Καλαβρέζος». «Καλαβρέζο» φώναζαν όλοι στην εποχή τουτον θρυλικό Ιταλό σκακιστή Γιοακίνο Γκρέκο, ο οποίος ήτανστην εποχή του εκ των κορυφαίων (αν όχι ο κορυφαίος) στον κόσμο και μαζί μετους συγχρόνους του Ιταλούς σκακιστές (Πάολο Μπόι, Λεονάρντο, Πολέριο) υπήρξανεκ των ιδρυτών της ρομαντικής και προπομποί της ιταλικής σχολής της Μόντενα.
Καταλαβαίνετελοιπόν ότι το στυλ του Στάινιτς στην αρχή της σκακιστικής του καριέρας ήτανμέσα στο πνεύμα της εποχής, καθαρά ρομαντικό.
Η κρίσιμηκαμπή και η αλλαγή στο παιχνίδι του, έρχεται αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1873.Πώς φτάσαμε όμως ως εκεί;
Ο Στάινιτςάρχισε κάποια στιγμή να προβληματίζεται βαθύτερα γύρω από το παιχνίδι. ΤονΜόρφυ δεν τον είχε δει να παίζει, αλλά ήξερε τις παρτίδες του με τον Άντερσενκαθώς και το αποτέλεσμα αυτής της αναμέτρησης. Βλέποντας τον Άντερσεν ζωντανά ναπαίζει, και πολύ περισσότερο παίζοντας παρτίδες μαζί του (αν δεν κάνω λάθοςυπάρχουν 23 επίσημες παρτίδες μεταξύ τους, όπου δεν υπάρχει καμιά ισοπαλία. 12νίκες έχει ο Στάινιτς και 11 ο Άντερσεν) απόρησε πώς είναι δυνατόν, αυτός οτεράστιος παίχτης να έχασε έτσι εύκολα από τον Μόρφυ. Άρχισε να αναλύει τιςπαρτίδες τους. Προχώρησε παραπέρα. Προσπάθησε να αναλύσει όλες τιςπροϋπάρχουσες παρτίδες. Άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το παιχνίδι διέπεται απόβαθύτερους νόμους. Προσπάθησε να τους κατανοήσει, να τους ορίσει και ακολούθωςνα τους εφαρμόσει στο παιχνίδι του, ώστε να τους ελέγξει εμπειρικά.
Στα 1873είναι πλέον εμφανή τα σημάδια στην αλλαγή τρόπου παιχνιδιού. Ένα καλόπαράδειγμα, όπου φαίνεται αυτό, είναι η παρτίδα Ρόζενταλ – Στάινιτς, παιγμένητο 1873 στη Βιέννη. Ο Στάινιτς αρχικά σταματά τις πρώιμες επιχειρήσεις τουΡόζενταλ και ακολούθως αξιοποιεί με πολύ ωραίο τρόπο το στρατηγικό τουπλεονέκτημα (ζεύγος αξιωματικών). 
Πέρα από τιςπαρτίδες του όμως, αρχίζει να συγγράφει και να διατυπώνει τις ιδέες του. Οικύριοι άξονες, που πάνω τους στηρίχτηκε το οικοδόμημα της κλασικής σχολής καισυνακόλουθα το σύγχρονο σκάκι ήταν οι εξής:
ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝΑΜΥΝΑ: Ο Στάινιτς κατάλαβε πολύ νωρίς ότι ο λόγος που πετύχαιναν οι επιθέσειςτων ρομαντικών ήταν πολύ απλά ότι η αμυντική τεχνική ήταν ανύπαρκτη. Καιακριβώς επειδή ο Μόρφυ οικοδομούσε την θέση του πριν οποιαδήποτε επιθετικήεπιχείρηση, εναντίον του οι επιθέσεις των ρομαντικών αποτύγχαναν.
ΠΙΟΝΟΔΟΜΗ: ΟΑυστριακός πρωταθλητής, συνεχίζοντας από κει που σταμάτησε ο Φιλιντόρ («ταπιόνια είναι η ψυχή της παρτίδας») κατανόησε ότι η θέση ορίζεται από την δομήτων πιονιών. Ο χαρακτήρας της (κλειστός, ανοικτός, ημιανοικτός) έχει να κάνειμε την πιονοδομή. Έγινε φανερό ότι οι κινήσεις των πιονιών είναι οιπλέον δεσμευτικές από όλες. Ένα οποιοδήποτε άλλο κομμάτι μπορεί να προωθηθείγια να επιτελέσει μια λειτουργία και στην συνέχεια να ανακληθεί στην άμυνα ανκριθεί απαραίτητο. Το πιόνι όμως κινείται μόνο προς τα εμπρός. Δεν μπορεί ναεπιστρέψει. Με κάθε κίνηση, κερδίζει χώρο για την παράταξη του, αλλά ταυτόχρονααφήνει πίσω του τετράγωνα που δεν μπορεί να τα ελέγξει πια, αμετάκλητα. Γι’αυτό και οι προωθήσεις των πιονιών είναι απόλυτα δεσμευτικές για τον παίχτη καιεπομένως πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός. Ταυτόχρονα κατανόησε ότι ηπιονοδομή μιας παράταξης θα πρέπει να είναι τέτοια που να μην έχει αδυναμίες,όσο τω δυνατόν. Ως τέτοιες όρισε το απομονωμένο πιόνι (αργότερα βέβαια οΤάρρας, συνεχιστής του Στάινιτς και ένας από τους βασικότερους θεωρητικούς τηςκλασικής σχολής, κατέδειξε ότι το απομονωμένο πιόνι έχει και πλεονεκτήματα,οπότε η μάχη γύρω απ’ αυτό είναι να καταφέρει η πλευρά που το έχει να αναδείξειτα πλεονεκτήματα του, την ώρα που η αντίπαλη θα προσπαθεί να επωφεληθεί από τιςαδυναμίες του), το καθυστερημένο πιόνι, τα διπλωμένα πιόνια κτλ.
Επίσηςκατανόησε ότι το κέντρο ήταν το σημαντικότερο σημείο της μάχης – ιδίως κατά τοάνοιγμα- και οι προωθήσεις των πιονιών θα έπρεπε να στοχεύουν στον έλεγχο του.
ΑΠΟΚΤΗΣΗΜΙΚΡΩΝ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ: Ο  Στάινιτςέφτασε γρήγορα στο συμπέρασμα, ότι με σωστό παιχνίδι, απέναντι σε ισχυρόαντίπαλο, ο οποίος έχει οικοδομήσει την θέση του, μια θυελλώδης «ρομαντική»επίθεση, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Προσπάθησε λοιπόν, να ανακαλύψει καινα ορίσει τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν, ώστε να επιτεθεί μεεπιτυχία μια παράταξη.
Το πρώτο,βασικό και απλό συμπέρασμα του Στάινιτς ήταν το εξής: «Επίθεση πρέπει ναγίνεται μόνο όταν υπάρχει πλεονέκτημα. Υποχρέωση επίθεσης έχει η πλευρά με τοπλεονέκτημα, διότι αν αναβάλει την επίθεση, κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημα».
Αυτό τοόρισε ως «αιτιολογημένη επίθεση».
Φυσικά δενμπορεί πάντα σε μια παρτίδα να αποκτάει μια παράταξη νικηφόρο πλεονέκτημα. Αυτόθα σήμαινε χοντρό λάθος από την πλευρά του αντιπάλου. Έτσι ο Στάινιτς, κατέληξεστην έννοια της «συσσώρευσης μικρών πλεονεκτημάτων». Ο βασικός στόχος ενόςπαίχτη πρέπει να είναι η απόκτηση μικρών πλεονεκτημάτων και η κατά το δυνατόναποφυγή αδυναμιών στην δική του πλευρά. Εμφανίζεται μια κρίσιμη στιγμή στηνπαρτίδα, όπου το «άθροισμα» αυτών των πλεονεκτημάτων είναι τέτοιο πουδικαιολογεί μια επίθεση. Και πάλι όμως αυτή η επίθεση πρέπει να στοχεύει στοπιο αδύνατο σημείο της αντίπαλης παράταξης.
ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ: Μια εύστοχηκαι πολύ κρίσιμη παρατήρηση του Στάινιτς, η οποία εισάγει στην επιστημονικήαντιμετώπιση του παιχνιδιού. Δηλώνει ότι πάνω στη σκακιέρα, σε κάθε θέση,υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια, ανεξάρτητη από την επιθυμία του παίχτη. Θαπρέπει με αντικειμενικό τρόπο (και ανεξάρτητα από την επιθυμία του) ο παίχτης να κατανοήσει τηθέση, τα μυστικά της και τις απαιτήσεις της και ακολούθως να επιλέξει τιςκινήσεις του με βάση τη θέση και όχι τις επιθυμίες του.
Ο Στάινιτςτόνιζε όλα αυτά τα θέματα στα γραπτά του. Έγραφε στις σκακιστικές στήλες τωνΛονδρέζικων εφημερίδων Thefield και Figaro, όπως και στις Νεοϋορκέζικες New York herald και New York tribune. Υπήρξε επίσης εκδότης τουσκακιστικού περιοδικού International ChessMagazine από το1885 ως το 1891. Το 1889 εξέδωσε το σύγγραμμα του «Σύγχρονος ΣκακιστικόςΟδηγός». Παράλληλα προσπαθούσε να καταδείξει την ορθότητα των ιδεών του, αλλάκαι να τις ελέγξει και ο ίδιος, χρησιμοποιώντας τις στις παρτίδες του.Προσέφερε επίσης σε βαριάντες συγκεκριμένων ανοιγμάτων, ενώ οι περισσότεροινέοι σκακιστές, άρχισαν να δημιουργούν έναν κύκλο γύρω του, ασπαζόμενοι τιςιδέες του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η «Κλασική Σχολή».
Ήδη τοπαιχνίδι του Στάινιτς έχει αρχίσει να ξεφεύγει από αυτό των συγχρόνων του. Τογεγονός αποτυπώνεται καθαρά στην αναμέτρηση με τον Μπλάκμπερν, που έλαβε χώραστα 1876. Ο Στάινιτς επικρατεί με το εντυπωσιακό 7-0! Είναι φανερό πια ότιείναι πολύ μπροστά. Εφαρμόζοντας τις θεωρίες του, τις οποίες οι παλιοίρομαντικοί μετρ δεν κατανοούσαν ή δεν ήθελαν να κατανοήσουν, έπαιζε σκάκι πολύμπροστά από την εποχή του. Ειδικεύθηκε στους ελιγμούς πίσω από τις γραμμές,προσπαθώντας να βρει για κάθε κομμάτι την καλύτερη θέση, βελτιώνοντας σιγά σιγάόλη τη θέση συνολικά. Αργότερα ο Τάρρας θα πει: «Αν ακόμα και ένα κομμάτι είναιτοποθετημένο άσχημα, όλη η θέση είναι άσχημη». Η κλασική σχολή στήνει στέρεατις βάσεις του παιχνιδιού θέσεων.
Ο Στάινιτςτο 1883 μεταναστεύει στις ΗΠΑ και παίρνει την αμερικάνικη υπηκοότητα. Το 1886γίνεται ο πρώτος επίσημος παγκόσμιος πρωταθλητής, επικρατώντας του Τσούκερτορτ.Υπερασπίζει τον τίτλο του εναντίον του Τσιγκόριν μέχρι το 1894, οπότεεκθρονίζεται από τον Λάσκερ.
Πεθαίνειστις 12 Αυγούστου 1900, σε ένα άσυλο στην Νέα Υόρκη, αφού πριν είχε καταρρεύσειπνευματικά.
Αφήνει πίσωτου μια τεράστια κληρονομιά. Το σκάκι μετά απ’ αυτόν, πολύ απλά είναι ένα άλλοπαιχνίδι.
Χαρακτηριστικάείναι τα λόγια του Μπόμπι Φίσερ, πολλά χρόνια αργότερα:
«Στο σκάκιυπήρξαν δύο μονάχα πραγματικές μεγαλοφυΐες. Ο άλλος ήταν ο Στάινιτς». (Αν και νομίζω αυτή η δήλωση είναι περισσότερο χαρακτηριστική για τον ίδιο το Φίσερ).
ΟΙ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΣ
Μια ολόκληρηστρατιά κορυφαίων σκακιστών ακολούθησε και επεξέτεινε τις θεωρίες του πρώτουπαγκόσμιου πρωταθλητή, δημιουργώντας την παράδοση της Κλασικής ΣτρατηγικήςΣχολής.
Εμμάνουελ Λάσκερ
Ο 2ος, ο 3Ος και ο 4ος παγκόσμιος πρωταθλητής (Λάσκερ,Καπαμπλάνκα και Αλιέχιν αντίστοιχα), οι «βασιλιάδες δίχως στέμμα» Τάρρας καιΡουμπινστάιν, καθώς και πλειάδα άλλων κορυφαίων σκακιστών της εποχής  (Πίλσμπερι, Σλέχτερ, Μαρότσι, Μάρσαλ κ.ά.)άνηκαν ή ακολούθησαν την παράδοση της κλασικής σχολής, ενώ πολλοί από αυτούςπήγαν ένα βήμα παραπέρα τις θεωρίες του Στάινιτς είτε με τα γραπτά τους, είτεμε το παιχνίδι τους, είτε και με τα δύο (οι περισσότεροι).
Τεράστιαείναι η θεωρητική και πρακτική συμβολή του Τάρρας σε όλο το φάσμα τουπαιχνιδιού θέσεων και κυρίως στην ανάλυση βαριαντών συγκεκριμένων ανοιγμάτων.
Ζίγκμπερτ Τάρρας
Ο Λάσκερ απότην άλλη επέμεινε στην ασυμμετρία (στοιχείο που αποτέλεσε αργότερα βασικόστοιχείο των αναλύσεων της Σοβιετικής σχολής) και  στη σημασία της ψυχολογίας. Ο Καπαμπλάνκαπροσέφερε καινοτομίες στην στρατηγική θεωρία, εισάγοντας και αναλύοντας νέεςέννοιες όπως οι «νησίδες πιονιών» και η «επίθεση μειονότητος». Με το παιχνίδιτου δε, έφτασε την «καθαρότητα των ιδεών στο μέσο» στο απόγειο της (στοιχείοπου υπήρχε και στον Ρουμπινστάιν) σε τέτοιο βαθμό που μετά από αυτόν, μόνο–τολμώ να πω- στο παιχνίδι του Φίσερ συναντάμε κάτι ανάλογο.(Κάποιος σκακιστής – δεν θυμάμαι τώρα ποιος – είχε πει για τον Φίσερ όταν ήτανακόμα νεαρός πώς «Όταν τον βλέπω να παίζει στο μέσον, έχω την αίσθηση ότιαναστήθηκε ο Καπαμπλάνκα»). Ο Ρουμπινστάιν έφτασε στο απόγειοτης την τεχνική των φινάλε, στοιχείο το οποίο σε τέτοιο βαθμό μόνο στο Κάρποβεμφανίζεται μετέπειτα.
Τέλος οΑλιέχιν τόνισε τα δυναμικά στοιχεία στις κλειστές θέσεις και την σημασία τηςπρωτοβουλίας, ενώ η τακτική του δεινότητα ήταν τέτοια που σε αντίστοιχο βαθμόαπαντάτε μετέπειτα στους Ταλ και Κασπάροβ.
Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα

Το πόσοάλλαξε το παιχνίδι η κλασική σχολή, νομίζω δε χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Τοπαιχνίδι θέσεων απέκτησε την πρωτοκαθεδρία, νέες στρατηγικές έννοιες έκαναν τηνεμφάνιση τους, ο παλιός τρόπος παιχνιδιού εγκαταλείφθηκε και μαζί του πολλά απότα ανοίγματα των ρομαντικών, όπως το γκαμπί του βασιλιά και η ιταλική παρτίδαπχ.

Τα ανοίγματαπου κερδίζουν τώρα έδαφος, είναι κυρίως το γκαμπί της βασίλισσας και η Ισπανικήπαρτίδα (άνοιγμα Ρουί Λοπέζ). Επίσης η Σικελική   άμυνα αρχίζει σιγά σιγά να κερδίζειέδαφος, αλλά η έκρηξη σε αυτήν, καθώς και σε όλα τα ανοίγματα που προκρίνουναπό νωρίς την ασυμμετρία (πχ Ινδικά συστήματα) θα έρθει αρχικά με τουςυπερμοντέρνους οι οποίοι φέρνουν μια γενική αύρα νέων ιδεών και κυρίως με τηνΣοβιετική σχολή η οποία και συστηματοποίησε τις εξαιρέσεις, δίνοντας μεγάληέμφαση στην ασυμμετρία.
Αλλά γιατους υπερμοντέρνους και την Σοβιετική σχολή, θα μιλήσουμε στα επόμενα μέρη.

(συνεχίζεται)