Από τον Λουτσένα στη Σοβιετική σχολή (μέρος Δ’)

Σχολιάστε

ΥΠΕΡΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΧΟΛΗ
 
Άρον Νίμτσοβιτς
Οι ιδέες της στρατηγικής σχολής του Στάινιτς, με οδηγό σε θεωρητικό επίπεδο τον Ζίγκπερτ Τάρρας πλέον, επικράτησαν για τουλάχιστον μια εικοσαετία.
Όμως κυρίως κατά την δεκαετία του 1920, μια νέα θεωρητική προσέγγιση του παιχνιδιού έκανε την εμφάνιση της και άρχισε να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Κύριοι εκφραστές της υπήρξαν οι μετρ και θεωρητικοί του παιχνιδιού Ριχάρδος Ρέτι, Άρον Νίμτσοβιτς, Σαβιέλι Ταρτακόβερ και Γκίλα Μπρέγιερ.
Η νέα σχολή ονομάστηκε «Υπερμοντέρνα σχολή». Ο όρος μάλλον χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Ταρτακόβερ, όχι ακριβώς για να περιγράψει την νέα σχολή, αλλά το παιχνίδι των καινούριων μετρ. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ρέτι, στο κλασσικό βιβλίο του «Μοντέρνες ιδέες στο σκάκι»(εκδόσεις Κέδρος), σε ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Υπερμοντέρνα τεχνοτροπία»:
«Με αυτή την ονομασία περιέγραψε ο διαπρεπής μετρ και συγγραφέας δρ Ταρτακόβερ τον τρόπο παιχνιδιού των νεότερων μετρ Αλιέχιν,Μπογκολιούμποβ και Μπρέγιερ. Αυτή η ονομασία δε σημαίνει άμετρο έπαινο κι ακόμα λιγότερο μομφή, διότι τελευταία και ο ίδιος ο Ταρτακόβερ προσέγγισε αυτόν τον τρόπο παιχνιδιού».
Ριχάρδος Ρέτι
Το παιχνίδι λοιπόν κάποιων νέων μετρ, σε συνδυασμό με την έρευνα και την θεωρητική δουλειά κάποιων άλλων, οδήγησε σε ένα νέο τρόπο προσέγγισης του παιχνιδιού, πολύ διαφορετικό από τον μέχρι τότε κυρίαρχο, αυτόν της κλασικής (ή στρατηγικής σχολής).
Οι υπερμοντέρνοι δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Θα έλεγε κανείς ότι το ίδιο το παιχνίδι είχε την ανάγκη της εμφάνισης τους και προέκυψαν ως φυσιολογική εξέλιξη στην ιστορία της διαμόρφωσης του, παρ’ όλο που εκείνη τη στιγμή η κλασική σχολή έδειχνε κραταιά και δύσκολα θα φαντάζονταν κάποιος ότι θα μπορούσαν να ανατραπούν οι αρχές παιχνιδιού που είχε αναπτύξει.
Τα σημάδια όμως του τέλματος, είχαν κάνει ήδη την εμφάνιση τους από το 1921, όταν στο ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα μεταξύ του Λάσκερ και του Καπαμπλάνκα στην Αβάνα, δύο δηλαδή εκ των πιο επιφανών εκπροσώπων της κλασικής σχολής, όπου παρά την μέτρια απόδοση του Λάσκερ (ο οποίος ήταν επηρεασμένος μάλλον και από κλιματολογικούς παράγοντες) σημειώθηκαν 10 ισοπαλίες σε 14 παρτίδες. Το γεγονός θορύβησε τόσο τον νέο, όσο και τον απερχόμενο παγκόσμιο πρωταθλητή σε τέτοιο βαθμό ώστε δήλωσαν, ο μεν Λάσκερ ότι «Το σκάκι ως παιχνίδι πλησιάζει την τελειοποίηση του. Τα στοιχεία του παιγνίου και της αβεβαιότητας εξαφανίζονται. Στην εποχή μας, πάρα πολλά πράγματα μας είναι ήδη γνωστά, δεν υπάρχει επομένως ανάγκη να μαντέψουμε, όπως κάναμε οι παλαιότεροι στα νιάτα μας. Όσο κι αν είναι τούτο λυπηρό, η γνώση συνεπάγεται τον θάνατο…Τώρα όλοι οι παίχτες γνωρίζουν τις καλύτερες κινήσεις στο γκαμπί της Βασίλισσας ή στην Ισπανική, όπου και νιώθουν πια σαν στο σπίτι τους. Η γοητεία του αγνώστου έχει χαθεί», ο δε Καπαμπλάνκα «Σε 10-15 χρόνια οποιοσδήποτε καλός παίχτης θα μπορεί να πετύχει ισοπαλία σε οποιαδήποτε παρτίδα».
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κασπάροβ: «Οι δυο τους ήταν οι εστεμμένοι του σκακιού, τότε που στο 1.ε4 απαντούσαν 1…ε5, ενώ έπειτα από 1.δ4 έπαιζαν αποκλειστικά 1…δ5, περιορίζοντας της επιλογές τους στο αποδεκτό ή μη αποδεκτό γκαμπί της βασίλισσας. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, οι δύο πρωταθλητές διέκριναν ότι η περιοχή του παιχνιδιού ήταν πολύ ευρύτερη και το σκάκι ήταν ακόμα μακριά από το να έχει εξαντλήσει όλες της δυνατότητες του».
Όσο κι αν δεν επαληθεύτηκαν, οι ανησυχίες του Λάσκερ και του Καπαμπλάνκα δεν ήταν τελείως αβάσιμες, αν ειδωθούν μέσα στο στενό πλαίσιο της εποχής που διατυπώθηκαν. Πράγματι , εκείνη την περίοδο, η κλασική σχολή είχε δώσει ότι είχε να δώσει και είχε μετατραπεί από επαναστατική δύναμη, από φορέας σαρωτικών αλλαγών, σε καθεστώς. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα να έρθει ξανά το καινούριο. Να σχηματισθεί μια νέα σύνθεση.
Απ’ αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο το σκάκι ανέμενε τους υπερμοντέρνους, οι οποίοι δεν εμφανίζονται απλώς σε μια εποχή που το παιχνίδι έχει ανάγκη τις νέες ιδέες, αλλά σε μια εποχή που γενικότερα οι ανθρώπινες δραστηριότητες, κυρίως αυτές που ανήκουν στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού περνούν μια μεγάλη φάση αλλαγών και ανανέωσης. Η ανθρωπότητα μόλις έβγαινε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και υπήρχε μια αίσθηση ότι τα πράγματα θα κινηθούν προς το καλύτερο, ένας αέρας αισιοδοξίας και επαναστατικότητας (ήδη οι μπολσεβίκοι έχουν ανατρέψει τον τσάρο), τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστούν τα καινούρια μαύρα σύννεφα, αρχικά με το κραχ του 1929 και ακολούθως με την επικράτηση του ναζισμού στην Γερμανία.
Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1920, τα πράγματα στις τέχνες είναι «επαναστατικά». Στην λογοτεχνία, μην ξεχνάμε ότι ο Αντρέ Μπρετόν εκδίδει το «μανιφέστο του σουρεαλισμού» στα 1924.
Την ίδια δεκαετία, στο χώρο της μουσικής, η τζαζ κάνει την δική της επανάσταση. Ο πρώτος τζαζ δίσκος ηχογραφείται το 1917, ενώ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’20, η συγκεκριμένη μουσική εξαπλώνεται και αποκτάει μεγάλη αναγνωσιμότητα. Αυτά ακριβώς τα χρόνια, ξεκινάει και η πορεία του Λούις Άρμστρονγκ ως μέλος της μπάντας του Κίνγκ Όλιβερ.
Στην αρχιτεκτονική επίσης, είναι τα ίδια εκείνα χρόνια που εμφανίζονται οι πρώτοι πειραματισμοί με ασύμμετρες κατασκευές.
Και είναι η ασυμμετρία ακριβώς, που θα προωθηθεί από την υπερμοντέρνα σκακιστική σχολή, όχι σαν αυτοσκοπός φυσικά, (οι υπερμοντέρνοι δεν αρνήθηκαν με κάθε κόστος την συμμετρία) αλλά ως νέος τρόπος προσέγγισης του παιχνιδιού. Μα,μήπως και ο υπερρεαλισμός που αναφέραμε πρωτύτερα, δεν έσπασε την συμμετρία του ομοιοκατάληκτου στίχου;
Μήπως και η ίδια η τζαζ, δεν είναι μια θραύση συμμετρίας για την μουσική ή τουλάχιστον γι’ αυτό που ήταν μέχρι τότε αυτό που ονομάζουμε τραγούδι;
Το κατά πόσο όλα αυτά βέβαια σχετίζονται μεταξύ τους,είναι μια δύσκολη να αποδειχθεί υπόθεση. Νομίζω όμως ότι δεν παύει να δείχνει μια γενικότερη τάση της εποχής.
Ο Άρον Νίμτσοβιτς ήταν αυτός κυρίως που με το θεωρητικό του έργο έβαλε τις βάσεις της νέας προσέγγισης του παιχνιδιού από τους υπερμοντέρνους. Με το βασικό του έργο, το “My system” (το οποίο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα σκακιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ,σημείο αναφοράς για την συντριπτική πλειοψηφία των ισχυρών σκακιστών μετά απ’αυτό) καθώς και άλλα θεωρητικά κείμενα, ο Νίμτσοβιτς εισήγαγε ή επαναδιαπραγματεύθηκε έννοιες όπως το ελαστικό κέντρο, η αδυναμία των τετραγώνων ενός χρώματος, ο περιορισμός της κινητικότητας, η προφυλακή και το μπλοκάρισμα. Σημαντικό νέο στοιχείο που εισήγαγαν οι υπερμοντέρνοι ήταν ο έλεγχος του κέντρου όχι άμεσα με πιόνια, αλλά από μακριά με κομμάτια, κάτι που αποτυπώθηκε και στα ανοίγματα που χρησιμοποίησαν, άλλα εξελίσσοντας τα και άλλα δημιουργώντας τα, όπως η Νιμζοινδική άμυνα ή η Καταλανική παρτίδα. Το κέντρο και ο τρόπος ελέγχου του ήταν το σημείο που στόχευσαν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η ευελιξία των κομματιών και ο έλεγχος του κέντρου από μακριά δια της δράσης κομματιών, καθώς και το μπλοκάρισμα, ήταν οι βασικές νέες αρχές που έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχές της κλασικής σχολής. Μεταξύ του Νίμτσοβιτς και του Τάρρας άναψε μια θεωρητική διαμάχη, με τον Γερμανό δόκτορα να αναφέρεται στον Λετονό ως «αυτός που του αρέσουν οι άσχημες κινήσεις στο άνοιγμα» και τον Νίμτσοβιτς να γράφει άρθρα με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως «Άραγε το σύγχρονο σκάκι του δόκτορα Τάρρας ανταποκρίνεται στη σύγχρονη κατανόηση του παιχνιδιού;»
Το 1923 ο Νίμτσοβιτς συναντήθηκε με τον Ζέμις σε μια παρτίδα που έχει μείνει στην σκακιστική ιστορία ως η «αθάνατη παρτίδα του τσούγκσβανγκ». Παίχθηκε μια Ινδική της βασίλισσας, ένα άνοιγμα που ταίριαζε με τις ιδέες των υπερμοντέρνων. Σχολιάζοντας αργότερα την παρτίδα ο Νίμτσοβιτς, έγραψε τα παρακάτω (τα οποία συμπυκνώνουν ένα μέρος της θεώρησης των υπερμοντέρνων): «Η παρτίδα που ονομάστηκε στην Δανία η «αθάνατη παρτίδα του τσουγκσβανγκ» είναι τόσο χαρακτηριστική για την εποχή μας, όσο και η «αθάνατη παρτίδα της θυσίας»στην εποχή του Άντερσεν. Τώρα κάνουμε θυσίες χάριν της προφύλαξης, είτε για να μπλοκάρουμε είτε για να περιορίσουμε τη δυναμική ενέργεια του αντίπαλου στρατού, αλλά όχι χάριν μιας άγριας επιθετικής ενέργειας. Η τραχύτητα είναι πια ξεπερασμένη».
 
«Η αθάνατη παρτίδα του τσουγκσβανγκ»
 
Ζίγκμπερτ Τάρρας
Η θεωρητική διαμάχη των υπερμοντέρνων με τον Τάρρας δεν έπαψε να υπάρχει. Ο δόκτορας έμεινε για πάντα πιστός στις κλασικές ιδέες,πολεμώντας τους πειραματισμούς και τους μοντερνισμούς της νέας σχολής, παρ’ότι, κατ ‘ουσία, οι νέες ιδέες δεν ανέτρεπαν το ως τότε οικοδόμημα, αλλά το ανέπτυσσαν περαιτέρω, εξελίσσοντας ουσιαστικά τις θεωρίες του Στάινιτς και εμβολιάζοντας τες με το απαραίτητο νέο αίμα, ώστε να δοθεί μια νέα ώθηση στο ίδιο το παιχνίδι.
Πολύ καλύτερα από τον Τάρρας, αντιλήφθηκε την κατάσταση ο Εμμάνουελ Λάσκερ: «Η νέα σχολή θα ενώσει και θα συνθέσει αυτό που πρέσβευε ο καθένας από τους δύο μεγάλους ανταγωνιστές, ο Στάινιτς και ο Τσιγκόριν».
Στο προσκήνιο έρχονται νέα ανοίγματα (παρ’ ότι, απ’ τα «παλιά»το γκαμπί της βασίλισσας ελάχιστα χάνει σε δημοτικότητα). Οι ινδικές άμυνες (της βασίλισσας, του Νίμτσοβιτς, η Γκρίνφελντ), τα πλευρικά ανοίγματα, το άνοιγμα Ρέτι, η άμυνα Νίμτσοβιτς, η Καταλανική, αλλά και η Σικελική δειλά δειλά,αρχίζουν να παίρνουν την πρωτοκαθεδρία.  Το φιανκέτο υποστηρίζεται ένθερμα από τους υπερμοντέρνους. Η ασυμμετρία από νωρίς στο άνοιγμα κερδίζει έδαφος. Ο πειραματισμός όχι απλώς είναι αποδεκτός, αλλά καμιά φορά φτάνει και στα άκρα. «Αν ένα άνοιγμα θεωρείται υποδεέστερο, παίξε το άφοβα!», έλεγε ο Ταρτακόβερ σε έναν από τους διάσημους «ταρτακοβερισμούς»του. Ο ίδιος δε, αρέσκονταν να παίζει 1.β4, το άνοιγμα του ουραγκοτάγκου όπως το είχε ονομάσει, εμπνευσμένος από ένα τέτοιο ζώο στο ζωολογικό κήπο της Νέας Υόρκης,όταν σε μια κενή μέρα του τουρνουά του 1924, τον επισκέφθηκε και πλησίασε έναν ουραγκουτάγκο,ρωτώντας τον «τι να παίξω αύριο;». Το ζώο έκανε έναν μορφασμό κι ο Ταρτακόβερ ισχυρίζονταν πως του υπέδειξε σαφώς να παίξει «1.β4». «Κάθε τουρνουά ζωντανεύει όταν συμμετέχει ο Ταρτακόβερ», έλεγε ο Χανς Κμοχ. «Το συναρπαστικό σε αυτό τον άνθρωπο είναι ο χαρακτήρας του».
Παρά το βραχύβιο του πράγματος, η κληρονομιά των «υπερμοντέρνων» είναι σπουδαία. Έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στο παιχνίδι σε μια εποχή που είχε αρχίσει να τελματώνει, εισήγαγαν νέες έννοιες, επανεξέτασαν παλιές, παρουσίασαν νέες οπτικές θέασης του παιχνιδιού, έφεραν έναν νέο «ζωντανό» αέρα στα σκακιστικά πράγματα, πλούτισαν την θεωρία των ανοιγμάτων, αλλά και του μέσου,επεξεργάστηκαν ζητήματα στρατηγικής που δεν είχαν ως τότε γίνει αντιληπτά, ή είχαν αναπτυχθεί πλημμελώς, κατέδειξαν με τον πιο μεστό τρόπο την σχετικότητα των κανόνων και άνοιξαν τον δρόμο, έχοντας ήδη ετοιμάσει ένα νέο θεωρητικό χαλί,στην σοβιετική σχολή, η οποία ενσωματώνοντας όλες τις προϋπάρχουσες παραδόσεις,δεν είχε παρά να κάνει ένα ποιοτικό άλμα, στοχεύοντας κυρίως στις εξαιρέσεις.
 
ΜΕΡΙΚΟΙ «ΤΑΡΤΑΚΟΒΕΡΙΣΜΟΙ»
 
Σαβιέλι Ταρτακόβερ
«Τα λάθη είναι πάνω στη σκακιέρα και σε περιμένουν να τα κάνεις»
 
«Γνωρίζω πολλούς που κέρδισαν χαμένες θέσεις. Δεν γνωρίζω όμως κανέναν να κέρδισε την παρτίδα στην οποία εγκατέλειψε».
 
«Μια παρτίδα σκάκι χωρίζεται σε τρία μέρη: Στο πρώτο, όταν ελπίζεις ότι έχεις το πλεονέκτημα. Στο δεύτερο, όταν πιστεύεις ότι έχεις το πλεονέκτημα και στο τρίτο, όταν πια ξέρεις ότι θα χάσεις!».
 
Αν το σκάκι είναι τέχνη, ο Αλιέχιν. Αν το σκάκι είναι επιστήμη, ο Καπαμπλάνκα. Αν το σκάκι είναι αγώνας, ο Λάσκερ». (σε ερώτηση για το ποιόν θεωρεί τον μεγαλύτερο παγκόσμιο πρωταθλητή)
 
«Νικητής της παρτίδας είναι αυτός που κάνει το προτελευταίο λάθος»
 
«Τακτική είναι να ξέρεις τι να κάνεις εκεί που υπάρχει κάτι να κάνεις. Στρατηγική είναι να ξέρεις τι να κάνεις εκεί που δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις»
 
«Chess is a fairy tale of 1001 blunders.»
 
 
 
 
 
 
(συνεχίζεται)

Από τον Λουτσένα στην Σοβιετική Σχολή (Μέρος Α’)

Σχολιάστε

Το σκάκι,όπως το ξέρουμε και το παίζουμε σήμερα, έχει μια ιστορία περίπου 500 ετών. Ήτανγύρω στο 1500 όταν έγιναν οι τελευταίες αλλαγές στην ονομασία και στις κινήσειςτων κομματιών και καθιερώθηκαν οι κανονισμοί του παιχνιδιού. Αν κανείςαναζητήσει όμως τις απαρχές του παιχνιδιού, θα πρέπει να  «ταξιδέψει» πολλούς αιώνες πίσω. Στρατηγικάπαιχνίδια τα οποία παίζονταν σε τετράγωνο ταμπλό υπήρχαν σε πολλούς λαούς εδώ καιπερίπου 5000 χρόνια, γύρω δηλαδή στο 3000 π.Χ. Υπάρχουν απεικονίσεις τέτοιωνπαιχνιδιών σε Αιγυπτιακές παραστάσεις που χρονολογούνται εκεί γύρω. Στην ΑρχαίαΕλλάδα δε, παίζονταν ένα τέτοιο παιχνίδι, το οποίο ονομάζονταν «πεσσοί» (ακόμακαι σήμερα λέμε πολλές φορές «πεσσούς» τα σκακιστικά κομμάτια), παραστάσεις τουοποίου σώζονται σε αμφορείς. Φυσικά αυτά τα παιχνίδια, μονάχα μακρινή συγγένειαέχουν με το σκάκι. Αποτελούν προδρόμους ουσιαστικά του παιχνιδιού, το οποίοείναι επιβεβαιωμένο πια ότι μας έρχεται από την ανατολή, αν και ακόμη διίστανταιοι απόψεις για το αν είναι τελικά η Ινδία ή η Περσία η χώρα προέλευσης του.Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν και την Κίνα ως πιθανή χώρα αρχικής προέλευσης.Σε παλαιά Ινδικά χειρόγραφα, το παιχνίδι εμφανίζεται με την ονομασία«τσατούραγκα» που στα ινδικά σημαίνει «τετραμερής», όπως δηλαδή ονομάζονταν οΙνδικός στρατός που αποτέλεσε το πρότυπο κατ’ αυτήν την θεωρία για τηνδημιουργία των πρώτων σκακιστικών κομματιών. Άρματα, ίπποι, ελέφαντες καιστρατιώτες (τα 4 μέρη του στρατού), οδηγούμενα από έναν βασιλιά, αυτά ήταν ταπρώτα κομμάτια. Από την άλλη, η «υποψηφιότητα» της Περσίας έρχεται ναυποστηριχτεί από τις πιο διαδεδομένες σκακιστικές λέξεις «ΣΑΧ» και «ΜΑΤ», οιοποίες είναι βέβαια περσικές και σημαίνουν πολύ απλά «βασιλιάς» (Σάχης) και«νεκρός» (ματ). Ο βασιλιάς είναι νεκρός. Σαχ – ματ!
Για ναπροχωρήσουμε με ιστορικά δεδομένα, το σκάκι με την αραβική πια ονομασία του(σατράνζ) μεταφέρεται στην Ευρώπη γύρω στο 650. Οι Μαυριτανοί το φέρνουν στηνΙσπανία και οι Σαρακηνοί στην Σικελία και στο Βυζάντιο. Από κει, διαδίδεταιστην κεντρική Ευρώπη, αλλά και στη Ρωσία και τις Βαλτικές χώρες. Μέχρι τον 10οαιώνα, οι Άραβες είναι αυτοί που κυριαρχούν στο παιχνίδι. Στην ιστορία έμεινανεπίσης τα σκακιστικά προβλήματα των Αράβων συνθετών, οι λεγόμενες «μανσούβες».Στα πρώτα χρόνια τις διάδοσης του παιχνιδιού στην Ευρώπη, το σκάκι παίζοντανκυρίως από τις ανώτερες τάξεις.
ΛΟΥΤΣΕΝΑ, ΡΟΥΙ ΛΟΠΕΖ ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗΣΧΟΛΗ
Έμποροι καιταξιδευτές διαδίδουν το παιχνίδι σε όλη την Ευρώπη, το οποίο αρχίζει να περνάεικαι στα λαϊκά στρώματα. Περίπου στα 1475 γίνονται οι τελευταίες αλλαγές στιςφιγούρες, στις κινήσεις και τους κανονισμούς και έτσι το σκάκι περνάει στηνσύγχρονη μορφή του. Το 1495 εκδίδεται το πρώτο σκακιστικό βιβλίο στην Ισπανία!Δυστυχώς δεν σώζεται πια.
Το 1497εκδίδεται το σύγγραμμα του Λουίς Λουτσένα «Πραγματεία για τον έρωτα και τηντέχνη του σκακιού» και πάλι στην Ισπανία. Όπως φανερώνει ο τίτλος του, δενεπρόκειτο για αμιγώς σκακιστικό βιβλίο, ωστόσο θεωρείται το πρώτο (τουλάχιστοναπό αυτά που σώζονται). Ο Λουτσένα ήταν σπουδαστής στη Σαλαμάνκα όταν έγραψε τοβιβλίο, το σκακιστικό τμήμα του οποίου περιέχει 150 προβλήματα και αναλύσεις(προφανώς πρωτόλειες φυσικά) 10 ανοιγμάτων! Είναι πολύ σημαντικό το γεγονόςαυτό, διότι δείχνει ότι οι παίχτες του σκακιού είχαν αρχίσει ήδη να προσπαθούννα συστηματοποιήσουν το παιχνίδι. Ιδιαίτερα στην αρχική φάση (στο άνοιγμα)είχαν καταλάβει ότι οι κινήσεις πρέπει να γίνουν με μια συνοχή και να διέπονταιαπό ένα γενικότερο σχέδιο, διαφορετικά οι παίχτες θα έφταναν στο μέσο τηςπαρτίδας με κομμάτια ατάκτως ερριμμένα, χωρίς σαφές πλάνο και στόχους.
Ο Λουτσέναήταν γιος πρεσβευτή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ταξιδέψει σε πολλές χώρες. Όπωςο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο του, τα ανοίγματα αυτά τα σημείωσε στα ταξίδια τουκαι ήταν ακριβώς αυτά που χρησιμοποιούνταν ευρέως στην εποχή του. Φυσικά ηανάλυση περιέχει λάθη, ακόμα και στοιχειώδη, αλλά αυτό δεν είναι τόσοσημαντικό. Το ουσιώδες είναι ότι αρχίζει η συστηματική προσπάθεια κατανόησηςκαι ανάλυσης του παιχνιδιού.
Ένα από ταανοίγματα που εμφανίζονται στο σύγγραμμα του Λουτσένα είναι και η Γαλλική άμυνα(1.ε4 ε6).  Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ένααπό τα σπουδαιότερα ανοίγματα μέχρι τις μέρες μας, για το οποίο η θεωρίασυνεχίζει να ψάχνει και να ανακαλύπτει πράγματα ακόμα και τώρα, παίζονταν (στιςαρχικές κινήσεις τουλάχιστον) πριν από 500 και πλέον χρόνια! Το όνομα τηςβέβαια, το πήρε πολύ αργότερα. Το 1834 το Παρίσι με το Λονδίνο (ομάδεςσκακιστών από τις δύο πόλεις) έπαιξαν ένα ματς αλληλογραφίας μεταξύ τους. Ηεπιτυχής χρησιμοποίηση του ανοίγματος αυτού από τους Παριζιάνους σκακιστές,έδωσε στο άνοιγμα το όνομα «Γαλλική άμυνα».
Ένας άλλοςΙσπανός σκακιστής, ο Ρουί Λοπέζ ντε Σεγκούρα, γράφει ένα ακόμα σκακιστικόσύγγραμμα το 1561. Ο Ρουί Λοπέζ απέκτησε φήμη για την σκακιστική του δεινότητακαι μαζί την εύνοια του βασιλιά Φιλίππου του Β’. Το σκάκι εκείνη την εποχήπαίζονταν κυρίως στις βασιλικές αυλές. Το 1560 επισκέφθηκε τη Ρώμη όπου καιθριάμβευσε επί των ισχυρότερων Ιταλών σκακιστών. Εκεί, όπως ο ίδιος αναφέρει,ανακάλυψε ένα σκακιστικό βιβλίο του Ιταλού Νταμιάνο και θέλησε να απαντήσει σεαυτό, γράφοντας το δικό του, ένα χρόνο αργότερα. Έχουμε λοιπόν, την πρώτησκακιστική θεωρητική διαμάχη!
Στο βιβλίοτου, ο Λοπέζ δίνει μερικά ανοίγματα που δεν είχαν ως τότε εξεταστεί.Σημαντικότερα απ’ αυτά είναι το γκαμπί του βασιλιά (1.e4 e5, 2. f4) και η Ισπανική παρτίδα ή άνοιγμα«Ρουί Λοπέζ» (1.e4e5 2. Nf3 Nc6 3. Bb5). 
Η βασική θέση του ανοίγματοςΡουί Λοπέζ. 
Ακόμη και σήμερα εμφανίζεται καιμε τα δύο ονόματα. Και τα δύο ανοίγματα έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην ανάπτυξη τουπαιχνιδιού. Το γκαμπί του βασιλιά κυρίως κατά την ρομαντική περίοδο και ηΙσπανική παρτίδα σε όλη την διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας του σκακιού, καθώςμέχρι και σήμερα είναι ένα από τα δημοφιλέστερα και πιο πολύπλοκα ανοίγματα, μετην θεωρητική διαμάχη γύρω από αυτήν να μαίνεται. Είναι ένα άνοιγμα που μόνοτυπικά ανήκει στα ανοικτά ανοίγματα (καθώς ξεκινάει με 1e4 e5), αλλά είναι στην ουσία πολύδιαφορετικό απ’ αυτά, με πλούσιο στρατηγικό περιεχόμενο.  Η εξέλιξη της, βοήθησε τόσο στην κατανόηση τουτακτικού παιχνιδιού, όσο και του παιχνιδιού θέσεων (ποζισιονέλ).  Μέχρι το 1858 η Ισπανική δεν ήταν αρκετάδημοφιλής. Τα ανοικτά ανοίγματα και τα γκαμπί κυριαρχούσαν λόγω της κυριαρχίαςτης ρομαντικής σχολής, που πρέσβευε άμεση επίθεση με κάθε κόστος. Μετά το ματςόμως Μόρφυ – Άντερσεν του 1858 η Ισπανική αρχίζει να γίνεται το δημοφιλέστεροάνοιγμα. Τα λευκά με την κίνηση 3. Βb5, δεν στοχεύουν σε άμεση επίθεση, όπως ας πούμε με το Bc4 της Ιταλικής, που στοχεύεικατευθείαν στο αδύνατο f7.Υπονομεύουν όμως αμέσως το μαύρο κέντρο. Στα 1900 η Ισπανική είχε τη φήμη τουκαλύτερου ανοίγματος για τα λευκά. Κι όχι μόνο αυτό. Στους παίχτες με τα μαύραείχε επικρατήσει ο λεγόμενος «ισπανικός τρόμος». Πώς να αντιμετωπιστεί ο«ισπανικός αξιωματικός» στο b5,που απειλούσε να καταστρέψει το μαύρο κέντρο εν τη γεννέση του; Αργότεραβρέθηκαν βέβαια σπουδαίες άμυνες για τα μαύρα, τα οποία πια δεν έχουν κανέναλόγο να αντιμετωπίζουν με δέος την «ισπανική παρτίδα». (Κανένα άνοιγμα δενκερδίζει και κανένα δεν χάνει από μόνο του, έλεγε κάποιος μεγάλος μετρ). Μηνξεχνάμε ότι ο Βλάντιμιρ Κράμνικ παίζοντας με τα μαύρα την άμυνα Βερολίνουεναντίον της Ισπανικής, πήρε τον τίτλο από τον Γκάρι Κασπάροβ το 2000.Προχωρήσαμε όμως πολύ μπροστά. Ώρα να γυρίσουμε και πάλι πίσω.
Στα μέσα του17ου αιώνα, κάνει την εμφάνιση της η πρώτη σκακιστική σχολή.
Είναι ηρομαντική σχολή (ή σχολή της αναγέννησης). Ως σχολή, εννοούμε μια ομάδασκακιστών με κοινές αντιλήψεις, οι οποίοι δημιουργούν κοινή παράδοση. Στη σχολήαυτή, κυριαρχούν τα ιπποτικά ιδεώδη για κυριαρχία του πνεύματος πάνω στην ύλη.Φυσικό είναι να είναι στην πρώτη γραμμή οι θυσίες. Οι ρομαντικοί σκακιστέςθυσιάζουν, καθώς θέλουν να επικρατήσουν με υλικό λιγότερο έναντι του αντιπάλουτους. Αυτό αποτελεί γι’ αυτούς το θρίαμβο του πνεύματος.
(Γκαμπίτου Έβανς. Το λευκό b4 θυσιάζεται για να αλλάξει διαγώνιο ο μαύρος αξιωματικόςκαι να παιχθεί με τέμπο η κίνηση c3)
Κυριότεροιεκπρόσωποι της ρομαντικής σχολής είναι οι Ισπανοί Λουίς Λουτσένα και Ρούι Λόπεζκαι οι Ιταλοί Νταμιάνο, Πάολο Μπόι, Λεονάρντο, Πολέριο και Γιοακίνο Γκρέκο, ενώτα ανοίγματα που χρησιμοποιούν είναι κυρίως το γκαμπί του βασιλιά και το γκαμπίτου Έβανς, αλλά και η Ιταλική παρτίδα (1.e4 e5, 2.Nf3 Nc6, 3. Bc4 Bc5).

Ιταλική παρτίδα
Η ρομαντικήαντίληψη κυριαρχεί ως το 1850, φτάνοντας στο απόγειο της με τον Γερμανό ΆντολφΆντερσεν (ξεχωριστό αφιέρωμα στον Άντερσεν θα υπάρξει σε επόμενο μέρος). Είχανόμως ήδη φυτευτεί οι σπόροι που θα την ανέτρεπαν. Η Γαλλική σχολή, με κύριοεκπρόσωπο τον Φρανσουά Αντρέ Ντενικάν Φιλιντόρ και η Αγγλική (ως συνέχεια τηςΓαλλικής) γύρω από τον άξονα του Στάουντον, είχαν ρίξει ήδη αυτούς τουςσπόρους, που φύτρωσαν τελικά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και μετουσιώθηκανστο πρόσωπο ενός ιδιοφυούς νεαρού από τον Νέο Κόσμο, του Πολ Μόρφι.
Ας πάρουμεόμως τα πράγματα με την σειρά.
Για τηνρομαντική σχολή το ιδεώδες ήταν η γρήγορη επίθεση εναντίον του αντίπαλουβασιλιά. Χωρίς καλά καλά να αναπτυχθούν οι δυνάμεις, οι ρομαντικοί σκακιστέςεφορμούσαν γκρεμίζοντας τις γέφυρες πίσω τους. Τα πιόνια φυσικά δεν είχαν καμιάαξία, αποτελούσαν απλώς εμπόδιο και έπρεπε να φύγουν απ’ τη μέση για ναανοίξουν γραμμές στα κομμάτια. Οι θυσίες επιβάλλονταν, ενώ ήταν απρέπεια εκμέρους του αντιπάλου αν δεν αποδεχόταν τη θυσία ή το γκαμπί. Το επίπεδο τηςάμυνας ήταν ανύπαρκτο, ενώ ούτε λόγος φυσικά για βαθύτερο στρατηγικό σχέδιο.Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κασπάροβ, ο τρόπος αυτός παιχνιδιού μοιάζει μετον τρόπο που θα έπαιζαν σήμερα δύο αρχάριοι, κάποιοι που μόλις έμαθαν τιςκινήσεις. Σαχ με την πρώτη ευκαιρία, πρόωρη έξοδος της βασίλισσας και ορμητικήεπίθεση χωρίς πρώτα να έχουν αναπτυχθεί τα κομμάτια.
ΦΙΛΙΝΤΟΡ ΚΑΙ ΓΑΛΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
«Τα πιόνια είναι η ψυχή της παρτίδας!»
Φιλιντόρ
Το 1749 στηΓαλλία, ένας μουσικός και σκακιστής από χόμπι δημοσιεύει ένα βιβλίο με τίτλο«Ανάλυση του παιχνιδιού του σκακιού». Το όνομα του ήταν Φρανσουά Αντρέ ΝτενικάνΦιλιντόρ. Ο Φιλιντόρ ήταν επιφανής μουσικός στην Γαλλία, από τους πρωτεργάτεςκαι στυλοβάτες της κωμικής όπερας. Αλλά και στο πεδίο της «κανονικής» όπερας τοέργο του  Ermelinde θεωρείται από τα αριστουργήματα του 18ουαιώνα.
Ο Φιλιντόράνηκε σε μουσική οικογένεια και στα 6 του χρόνια ήταν ήδη μέλος της χορωδίαςτου Σαπέλ Ρουαγιάλ στις Βερσαλίες. Ήταν μόλις 11 ετών όταν παίχθηκε δημόσια ηπρώτη του σύνθεση.
Παράλληλαήταν ένας σκακιστής έναν αιώνα και πλέον (κυριολεκτικά) μπροστά από την εποχήτου.
Ο Φιλιντόρέμαθε σκάκι επισκεπτόμενος το θρυλικό Καφέ ντε λα ρεζάνς, το οποίο εκτός τωνάλλων αποτελούσε σκακιστικό στέκι ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Εκτόςτων γνωστών σκακιστών που έχουν παίξει σκάκι εκεί (όλοι οι μεγάλοι Γάλλοισκακιστές της εποχής και επίσης οι Άντερσεν, Μόρφι, Στάμα, Χάρβιτς, Κιζερίτσικτλ) παρτίδες σκακιού έπαιζαν εκεί και οι Γάλλοι φιλόσοφοι (Ντιντερό, Ρουσσώ,Βολταίρος κ.α.).  Το καφέ λειτουργούσεαπό το 1688, στέκι δε των Γάλλων σκακιστών έγινε από το 1740. Δάσκαλος τουΦιλιντόρ στο καφέ υπήρξε ο Λεγκάλ. Σύντομα όμως ο Φιλιντόρ έδειξε ότι είχε μιαανώτερη κατανόηση του παιχνιδιού από τον δάσκαλο του και όχι μόνο.
Το σύγγραμμα του Φιλιντόρ «Ανάλυση του παιχνιδιού του σκακιού» 
 Ήταν ο πρώτος στρατηγικός παίχτης. Στοσύγγραμμα του παρουσίασε τις πρώτες αρχές του στρατηγικού παιχνιδιού. Και μόνοη ρήση του «τα πιόνια είναι η ψυχή της παρτίδας» σε μια εποχή που όλοιπροσπαθούσαν να τα ξεφορτωθούν για …να μην εμποδίζουν τα κομμάτια (!) δείχνειπόσο διαφορετικά έβλεπε το παιχνίδι. Ο Φιλιντόρ συνέχισε, παραδίνοντας μας ταπρώτα μαθήματα περί πιονοδομής. Έγραφε χαρακτηριστικά ότι ο καθορισμός τηςθέσης προκύπτει από την τοποθέτηση των πιονιών και γι’ αυτό πρέπει να είμαστεπροσεχτικοί με τις κινήσεις τους. Στιβαρός σχηματισμός πιονιών και πίσω απ’αυτά να αναπτυχθούν τα κομμάτια! Οι πρώτες αρχές του ποζισιονέλ παιχνιδιού,εμφανίστηκαν στο δικό του βιβλίο. Και όχι μόνο ότι αφορά τις πιονοδομές. Ηέννοια της στρατηγικής θυσίας κάνει επίσης για πρώτη φορά την εμφάνιση της στοσύγγραμμα του μεγάλου Γάλλου καθώς και άλλες στρατηγικές έννοιες όπως ο «καλός»και ο «κακός» αξιωματικός. Φυσικά ήταν η πρώτη προσπάθεια και ο Φιλιντόρ μόνοςκαι αβοήθητος δεν μπόρεσε να αναλύσει σε βάθος τις ιδέες του. Ήρθε όμως τοπλήρωμα του χρόνου και αρχικά ο Μόρφι με το παιχνίδι του και κατόπιν ο Στάινιτςμε τις θεωρίες του, συστηματοποίησαν αυτές τις αρχές και τις προχώρησαν σεβάθος. Ο Φιλιντόρ ήταν τόσο μπροστά που οι σύγχρονοι του, αλλά και νεότεροι ενώγοητεύθηκαν από τις ιδέες του δεν μπορούσαν να τις κατανοήσουν πλήρως. Ταξίδευεεπίσης αρκετά συχνά και ιδίως στο Λονδίνο. Εκεί νίκησε όλους τους ισχυρούςΆγγλους σκακιστές και τους επηρέασε με τις ιδέες του. Και επειδή στο Λονδίνοδεν ήταν τόσο ισχυρή η μουσική φήμη του, τον θεωρούσαν πρωτίστως σκακιστή, ενώστη Γαλλία δεν έπαψε να θεωρείται πρώτα και κύρια μουσικός. Πολλοί Γάλλοιπαίχτες, παρότι δεν κατανόησαν σε βάθος τις ιδέες του, σχημάτισαν έναν κύκλογύρω του, και έτσι προέκυψε η Γαλλική σχολή, πρόδρομος της Αγγλικής αλλά καιτης κλασικής σχολής του Στάινιτς και αντίποδας από κάθε άποψη της ρομαντικήςσχολής και της Ιταλικής σχολής της Μόντενα, για την οποία θα μιλήσουμεπαρακάτω. Οι πιο επιφανείς σκακιστές της Γαλλικής σχολής εκτός από τον ίδιο τονΦιλιντόρ φυσικά, ήταν οι Λεγκάλ, Ντεσαπέλ, Λα Μπουρντοναί και Σαιν Αμάν. Τοσύγγραμμα του Φιλιντόρ «Ανάλυση του παιχνιδιού του σκακιού» συνεχίζει ναεκδίδεται μέχρι σήμερα και έχει ξεπεράσει τις 100 εκδόσεις.
άμυνα Φιλιντόρ
Υπάρχει επίσης ένα άνοιγμα που φέρει το όνομα του, η «άμυνα Φιλιντόρ» (1.e4 e5, 2.Nf3 d6).
Τα πρώτα«ψήγματα» στρατηγικής του παιχνιδιού είχαν κάνει την εμφάνιση τους και είχανδημιουργήσει τις πρώτες ρωγμές στον ρομαντικό τρόπο αντίληψης του σκακιού.Ωστόσο ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να επικρατήσουν ολοκληρωτικά. Μια νέα σχολήαπό την γειτονική Ιταλία, η Ιταλική σχολή ή σχολή της Μόντενα ερχόταν να δώσεινέα πνοή στα ρομαντικά ιδεώδη. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ιδέες τουΦιλιντόρ ήταν πολύ μπροστά από την εποχή, ήταν φυσικό να μην έχει έρθει τοπλήρωμα του χρόνου ακόμα για μια συστηματική προσέγγιση του στρατηγικούπαιχνιδιού. Οι θυσίες και οι θυελλώδεις επιθέσεις χωρίς να συντρέχουν οιπροϋποθέσεις από την τοποθέτηση των κομματιών στη σκακιέρα συνέχισαν ναεπικρατούν για αρκετά χρόνια ακόμα. Τα πιόνια και τα κομμάτια συνέχισαν ναθυσιάζονται άκριτα. Ο Φιλιντόρ και η Γαλλική σχολή όμως, είχαν ανοίξει έναμικρό μονοπάτι. Δεν θα αργούσε να γίνει λεωφόρος.
Μερικές παρτίδες του Φιλιντόρ:
Στην παρακάτω παρτίδα ο Φιλιντόρ παίζει «τυφλό σκάκι», καθώς και σ’αυτόν τον τομέα ήταν από τους πρωτοπόρους.
http://www.chessgames.com/perl/chessgame?gid=1257922

http://www.chessgames.com/perl/chessgame?gid=1257921

Δείγματα από την μουσική του:

http://www.youtube.com/watch?v=HLJvJT0Z7A0

http://www.youtube.com/watch?v=5S-1U…eature=related



                                                                       (συνεχίζεται)