ΥΠΕΡΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΧΟΛΗ

Άρον Νίμτσοβιτς
Οι ιδέες της στρατηγικής σχολής του Στάινιτς, με οδηγό σεθεωρητικό επίπεδο τον Ζίγκπερτ Τάρρας πλέον, επικράτησαν για τουλάχιστον μιαεικοσαετία.
Όμως κυρίως κατά την δεκαετία του 1920, μια νέα θεωρητικήπροσέγγιση του παιχνιδιού έκανε την εμφάνιση της και άρχισε να κερδίζει όλο καιπερισσότερο έδαφος. Κύριοι εκφραστές της υπήρξαν οι μετρ και θεωρητικοί τουπαιχνιδιού Ριχάρδος Ρέτι, Άρον Νίμτσοβιτς, Σαβιέλι Ταρτακόβερ και ΓκίλαΜπρέγιερ.
Η νέα σχολή ονομάστηκε «Υπερμοντέρνα σχολή». Ο όροςμάλλον χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Ταρτακόβερ, όχι ακριβώς για ναπεριγράψει την νέα σχολή, αλλά το παιχνίδι των καινούριων μετρ. Γράφειχαρακτηριστικά ο Ρέτι, στο κλασσικό βιβλίο του «Μοντέρνες ιδέες στο σκάκι»(εκδόσεις Κέδρος), σε ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Υπερμοντέρνα τεχνοτροπία»:
«Με αυτή την ονομασία περιέγραψε ο διαπρεπής μετρ καισυγγραφέας δρ Ταρτακόβερ τον τρόπο παιχνιδιού των νεότερων μετρ Αλιέχιν,Μπογκολιούμποβ και Μπρέγιερ. Αυτή η ονομασία δε σημαίνει άμετρο έπαινο κι ακόμαλιγότερο μομφή, διότι τελευταία και ο ίδιος ο Ταρτακόβερ προσέγγισε αυτόν τοντρόπο παιχνιδιού».
Ριχάρδος Ρέτι
Το παιχνίδι λοιπόν κάποιων νέων μετρ, σε συνδυασμό με τηνέρευνα και την θεωρητική δουλειά κάποιων άλλων, οδήγησε σε ένα νέο τρόποπροσέγγισης του παιχνιδιού, πολύ διαφορετικό από τον μέχρι τότε κυρίαρχο, αυτόντης κλασικής (ή στρατηγικής σχολής).
Οι υπερμοντέρνοι δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Θαέλεγε κανείς ότι το ίδιο το παιχνίδι είχε την ανάγκη της εμφάνισης τους καιπροέκυψαν ως φυσιολογική εξέλιξη στην ιστορία της διαμόρφωσης του, παρ’ όλο πουεκείνη τη στιγμή η κλασική σχολή έδειχνε κραταιά και δύσκολα θα φαντάζοντανκάποιος ότι θα μπορούσαν να ανατραπούν οι αρχές παιχνιδιού που είχε αναπτύξει.
Τα σημάδια όμως του τέλματος, είχαν κάνει ήδη τηνεμφάνιση τους από το 1921, όταν στο ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα μεταξύ τουΛάσκερ και του Καπαμπλάνκα στην Αβάνα, δύο δηλαδή εκ των πιο επιφανώνεκπροσώπων της κλασικής σχολής, όπου παρά την μέτρια απόδοση του Λάσκερ (οοποίος ήταν επηρεασμένος μάλλον και από κλιματολογικούς παράγοντες) σημειώθηκαν10 ισοπαλίες σε 14 παρτίδες. Το γεγονός θορύβησε τόσο τον νέο, όσο και τοναπερχόμενο παγκόσμιο πρωταθλητή σε τέτοιο βαθμό ώστε δήλωσαν, ο μεν Λάσκερ ότι «Τοσκάκι ως παιχνίδι πλησιάζει την τελειοποίηση του. Τα στοιχεία του παίγνιου και τηςαβεβαιότητας εξαφανίζονται. Στην εποχή μας, πάρα πολλά πράγματα μας είναι ήδηγνωστά, δεν υπάρχει επομένως ανάγκη να μαντέψουμε, όπως κάναμε οι παλαιότεροιστα νιάτα μας. Όσο κι αν είναι τούτο λυπηρό, η γνώση συνεπάγεται τον θάνατο…Τώρα όλοι οι παίχτες γνωρίζουν τις καλύτερες κινήσεις στο γκαμπί της βασίλισσαςή στην Ισπανική, όπου και νιώθουν πια σαν στο σπίτι τους. Η γοητεία τουαγνώστου έχει χαθεί», ο δε Καπαμπλάνκα «Σε 10-15 χρόνια οποιοσδήποτε καλόςπαίχτης θα μπορεί να πετύχει ισοπαλία σε οποιαδήποτε παρτίδα».
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κασπάροβ: «Οι δυο τους ήταν οι εστεμμένοιτου σκακιού, τότε που στο 1.ε4 απαντούσαν 1…ε5, ενώ έπειτα από 1.δ4 έπαιζαναποκλειστικά 1…δ5, περιορίζοντας της επιλογές τους στο αποδεκτό ή μη αποδεκτόγκαμπί της βασίλισσας. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, οι δύο πρωταθλητέςδιέκριναν ότι η περιοχή του παιχνιδιού ήταν πολύ ευρύτερη και το σκάκι ήτανακόμα μακράν από το να έχει εξαντλήσει όλες της δυνατότητες του».
Όσο κι αν δεν επαληθεύτηκαν, οι ανησυχίες του Λάσκερ καιτου Καπαμπλάνκα δεν ήταν τελείως αβάσιμες, αν ειδωθούν μέσα στο στενό πλαίσιο τηςεποχής που διατυπώθηκαν. Πράγματι , εκείνη την περίοδο, η κλασική σχολή είχεδώσει ότι είχε να δώσει και είχε μετατραπεί από επαναστατική δύναμη, από φορέαςσαρωτικών αλλαγών, σε καθεστώς. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα να έρθει ξανά τοκαινούριο. Να σχηματισθεί μια νέα σύνθεση.
Απ’ αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο τοσκάκι ανέμενε τους υπερμοντέρνους, οι οποίοι δεν εμφανίζονται απλώς σε μιαεποχή που το παιχνίδι έχει ανάγκη τις νέες ιδέες, αλλά σε μια εποχή πουγενικότερα οι ανθρώπινες δραστηριότητες, κυρίως αυτές που ανήκουν στο χώρο της τέχνηςκαι του πολιτισμού περνούν μια μεγάλη φάση αλλαγών και ανανέωσης. Η ανθρωπότηταμόλις έβγαινε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και υπήρχε μια αίσθηση ότι ταπράγματα θα κινηθούν προς το καλύτερο, ένας αέρας αισιοδοξίας καιεπαναστατικότητας (ήδη οι μπολσεβίκοι έχουν ανατρέψει τον τσάρο), τουλάχιστονμέχρι να εμφανιστούν τα καινούρια μαύρα σύννεφα, αρχικά με το κραχ του 1929 καιακολούθως με την επικράτηση του ναζισμού στην Γερμανία.
Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1920, τα πράγματα στις τέχνεςείναι «επαναστατικά». Στην λογοτεχνία, μην ξεχνάμε ότι ο Αντρέ Μπρετόν εκδίδειτο «μανιφέστο του σουρεαλισμού» στα 1924.
Την ίδια δεκαετία, στο χώρο της μουσικής, η τζαζ κάνειτην δική της επανάσταση. Ο πρώτος τζαζ δίσκος ηχογραφείται το 1917, ενώ ταπρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’20, η συγκεκριμένη μουσική εξαπλώνεται καιαποκτάει μεγάλη αναγνωσιμότητα. Αυτά ακριβώς τα χρόνια, ξεκινάει και η πορείατου Λούις Άρμστρονγκ ως μέλος της μπάντας του Κίνγκ Όλιβερ.
Στην αρχιτεκτονική επίσης, είναι τα ίδια εκείνα χρόνια πουεμφανίζονται οι πρώτοι πειραματισμοί με ασύμμετρες κατασκευές.
Και είναι η ασυμμετρία ακριβώς, που θα προωθηθεί από την υπερμοντέρνασκακιστική σχολή, όχι σαν αυτοσκοπός φυσικά, (οι υπερμοντέρνοι δεν αρνήθηκαν μεκάθε κόστος την συμμετρία) αλλά ως νέος τρόπος προσέγγισης του παιχνιδιού. Μα,μήπως και ο υπερρεαλισμός που αναφέραμε πρωτύτερα, δεν έσπασε την συμμετρία τουομοιοκατάληκτου στίχου;
Μήπως και η ίδια η τζαζ, δεν είναι μια θραύση συμμετρίαςγια την μουσική ή τουλάχιστον γι’ αυτό που ήταν μέχρι τότε αυτό που ονομάζουμετραγούδι;
Το κατά πόσο όλα αυτά βέβαια σχετίζονται μεταξύ τους,είναι μια δύσκολη να αποδειχθεί υπόθεση. Νομίζω όμως ότι δεν παύει να δείχνειμια γενικότερη τάση της εποχής.
Ο Άρον Νίμτσοβιτς ήταν αυτός κυρίως που με το θεωρητικότου έργο έβαλε τις βάσεις της νέας προσέγγισης του παιχνιδιού από τους υπερμοντέρνους.Με το βασικό του έργο, το “My system” (τοοποίο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα σκακιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ,σημείο αναφοράς για την συντριπτική πλειοψηφία των ισχυρών σκακιστών μετά απ’αυτό) καθώς και άλλα θεωρητικά κείμενα, ο Νίμτσοβιτς εισήγαγε ή επαναδιαπραγματεύθηκεέννοιες όπως το ελαστικό κέντρο, η αδυναμία των τετραγώνων ενός χρώματος, οπεριορισμός της κινητικότητας, η προφυλακή και το μπλοκάρισμα. Σημαντικό νέοστοιχείο που εισήγαγαν οι υπερμοντέρνοι ήταν ο έλεγχος του κέντρου όχι άμεσα μεπιόνια, αλλά από μακριά με κομμάτια, κάτι που αποτυπώθηκε και στα ανοίγματα πουχρησιμοποίησαν, άλλα εξελίσσοντας τα και άλλα δημιουργώντας τα, όπως ηΝιμζοινδική άμυνα ή η Καταλανική παρτίδα. Το κέντρο και ο τρόπος ελέγχου τουήταν το σημείο που στόχευσαν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η ευελιξία τωνκομματιών και ο έλεγχος του κέντρου από μακριά δια της δράσης κομματιών, καθώςκαι το μπλοκάρισμα, ήταν οι βασικές νέες αρχές που έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχέςτης κλασικής σχολής. Μεταξύ του Νίμτσοβιτς και του Τάρρας άναψε μια θεωρητικήδιαμάχη, με τον Γερμανό δόκτωρα να αναφέρεται στον Λετονό ως «αυτός που τουαρέσουν οι άσχημες κινήσεις στο άνοιγμα» και τον Νίμτσοβιτς να γράφει άρθρα μεχαρακτηριστικούς τίτλους όπως «Άραγε το σύγχρονο σκάκι του δόκτορα Τάρραςανταποκρίνεται στη σύγχρονη κατανόηση του παιχνιδιού;»
Το 1923 ο Νίμτσοβιτς συναντήθηκε με τον Ζέμις σε μιαπαρτίδα που έχει μείνει στην σκακιστική ιστορία ως η «αθάνατη παρτίδα τουτσούγκσβανγκ». Παίχθηκε μια Ινδική της βασίλισσας, ένα άνοιγμα που ταίριαζε με τιςιδέες των υπερμοντέρνων. Σχολιάζοντας αργότερα την παρτίδα ο Νίμτσοβιτς, έγραψετα παρακάτω (τα οποία συμπυκνώνουν ένα μέρος της θεώρησης των υπερμοντέρνων): «Ηπαρτίδα που ονομάστηκε στην Δανία η «αθάνατη παρτίδα του τσουγκσβανγκ» είναιτόσο χαρακτηριστική για την εποχή μας, όσο και η «αθάνατη παρτίδα της θυσίας»στην εποχή του Άντερσεν. Τώρα κάνουμε θυσίες χάριν της προφύλαξης, είτε για ναμπλοκάρουμε είτε για να περιορίσουμε τη δυναμική ενέργεια του αντίπαλουστρατού, αλλά όχι χάριν μιας άγριας επιθετικής ενέργειας. Η τραχύτητα είναι πιαξεπερασμένη».


Ζίγκμπερτ Τάρρας
Η θεωρητική διαμάχη των υπερμοντέρνων με τον Τάρρας δενέπαψε να υπάρχει. Ο δόκτορας έμεινε για πάντα πιστός στις κλασικές ιδέες,πολεμώντας τους πειραματισμούς και τους μοντερνισμούς της νέας σχολής, παρ’ότι, κατ ‘ουσία, οι νέες ιδέες δεν ανέτρεπαν το ως τότε οικοδόμημα, αλλά το ανέπτυσσανπεραιτέρω, εξελίσσοντας ουσιαστικά τις θεωρίες του Στάινιτς και εμβολιάζονταςτες με το απαραίτητο νέο αίμα, ώστε να δοθεί μια νέα ώθηση στο ίδιο τοπαιχνίδι.
Πολύ καλύτερα από τον Τάρρας, αντιλήφθηκε την κατάσταση οΕμμάνουελ Λάσκερ: «Η νέα σχολή θα ενώσει και θα συνθέσει αυτό που πρέσβευε οκαθένας από τους δύο μεγάλους ανταγωνιστές, ο Στάινιτς και ο Τσιγκόριν».
Στο προσκήνιο έρχονται νέα ανοίγματα (παρ’ ότι, απ’ τα «παλιά»το γκαμπί της βασίλισσας ελάχιστα χάνει σε δημοτικότητα). Οι ινδικές άμυνες (τηςβασίλισσας, του Νίμτσοβιτς, η Γκρίνφελντ), τα πλευρικά ανοίγματα, το άνοιγμαΡέτι, η άμυνα Νίμτσοβιτς, η Καταλανική, αλλά και η Σικελική δειλά δειλά,αρχίζουν να παίρνουν την πρωτοκαθεδρία.  Το φιανκέτο υποστηρίζεται ένθερμα από τους υπερμοντέρνους.Η ασυμμετρία από νωρίς στο άνοιγμα κερδίζει έδαφος. Ο πειραματισμός όχι απλόςείναι αποδεκτός, αλλά καμιά φορά φτάνει και στα άκρα. «Αν ένα άνοιγμα θεωρείταιυποδεέστερο, παίξε το άφοβα!», έλεγε ο Ταρτακόβερ σε έναν από τους διάσημους «ταρτακοβερισμούς»του. Ο ίδιος δε, αρέσκονταν να παίζει 1.β4, το άνοιγμα του ουραγκοτάγκου όπως τοείχε ονομάσει, εμπνευσμένος από ένα τέτοιο ζώο στο ζωολογικό κήπο της Νέας Υόρκης,όταν σε μια κενή μέρα του τουρνουά του 1924, τον επισκέφθηκε και πλησίασε έναν ουραγκουτάγκο,ρωτώντας τον «τι να παίξω αύριο;». Το ζώο έκανε έναν μορφασμό κι ο Ταρτακόβερισχυρίζονταν πως του υπέδειξε σαφώς να παίξει «1.β4». «Κάθε τουρνουά ζωντανεύειόταν συμμετέχει ο Ταρτακόβερ», έλεγε ο Χανς Κμοχ. «Το συναρπαστικό σε αυτό τονάνθρωπο είναι ο χαρακτήρας του».
Παρά το βραχύβιο του πράγματος, η κληρονομιά των «υπερμοντέρνων»είναι σπουδαία. Έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στο παιχνίδι σε μια εποχή που είχεαρχίσει να τελματώνει, εισήγαγαν νέες έννοιες, επανεξέτασαν παλιές, παρουσίασαννέες οπτικές θέασης του παιχνιδιού, έφεραν έναν νέο «ζωντανό» αέρα στασκακιστικά πράγματα, πλούτισαν την θεωρία των ανοιγμάτων, αλλά και του μέσου,επεξεργάστηκαν ζητήματα στρατηγικής που δεν είχαν ως τότε γίνει αντιληπτά, ήείχαν αναπτυχθεί πλημμελώς, κατέδειξαν με τον πιο μεστό τρόπο την σχετικότητατων κανόνων και άνοιξαν τον δρόμο, έχοντας ήδη ετοιμάσει ένα νέο θεωρητικό χαλί,στην σοβιετική σχολή, η οποία ενσωματώνοντας όλες τις προϋπάρχουσες παραδόσεις,δεν είχε παρά να κάνει ένα ποιοτικό άλμα, στοχεύοντας κυρίως στις εξαιρέσεις.

ΜΕΡΙΚΟΙ «ΤΑΡΤΑΚΟΒΕΡΙΣΜΟΙ»

Σαβιέλι Ταρτακόβερ
«Τα λάθη είναι πάνω στη σκακιέρα και σε περιμένουν να τα κάνεις»

«Γνωρίζω πολλούς που κέρδισαν χαμένες θέσεις. Δεν γνωρίζω όμως κανέναν να κέρδισε την παρτίδα στην οποία εγκατέλειψε».

«Μια παρτίδα σκάκι χωρίζεται σε τρία μέρη: Στο πρώτο, όταν ελπίζεις ότι έχεις το πλεονέκτημα. Στο δεύτερο, όταν πιστεύεις ότι έχεις το πλεονέκτημα και στο τρίτο, όταν πια ξέρεις ότι θα χάσεις!».

Αν το σκάκι είναι τέχνη, ο Αλιέχιν. Αν το σκάκι είναι επιστήμη, ο Καπαμπλάνκα. Αν το σκάκι είναι αγώνας, ο Λάσκερ». (σε ερώτηση για το ποιόν θεωρεί τον μεγαλύτερο παγκόσμιο πρωταθλητή)

«Νικητής της παρτίδας είναι αυτός που κάνει το προτελευταίο λάθος»

«Τακτική είναι να ξέρεις τι να κάνεις εκεί που υπάρχει κάτι να κάνεις. Στρατηγική είναι να ξέρεις τι να κάνεις εκεί που δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις»

«Chess is a fairy tale of 1001 blunders.»






(συνεχίζεται)